«Όταν η καρδιά μου απείλησε να σταματήσει, εγώ επέλεξα να ζήσω για τα τρία παιδιά μου» – Η ιστορία της Γιάννας από τη Θεσσαλονίκη

«Γιάννα, πρέπει να πάρεις μια απόφαση. Δεν θα αντέξεις και τα τρία. Η καρδιά σου…»

Η φωνή του γιατρού αντηχούσε μέσα στο κεφάλι μου, σαν να ήθελε να με πείσει με το ζόρι. Τα χέρια μου έτρεμαν πάνω στην κοιλιά μου, εκεί όπου χτυπούσαν τρεις μικρές καρδιές. Ήταν η πρώτη φορά που ένιωσα τόσο μόνη, τόσο αβοήθητη, τόσο θυμωμένη με τη μοίρα μου.

«Δεν μπορώ να διαλέξω ποιο παιδί θα ζήσει και ποιο όχι!» φώναξα με δάκρυα στα μάτια. Ο Αντώνης, ο άντρας μου, στεκόταν δίπλα μου, σιωπηλός, με το βλέμμα χαμένο στο πάτωμα. Ήξερα πως φοβόταν. Ήξερα πως ανησυχούσε για μένα, αλλά και για τα παιδιά μας.

Η διάγνωση ήρθε ξαφνικά. Είχα πάντα μια αδύναμη καρδιά, αλλά ποτέ δεν πίστευα ότι θα έφτανε η στιγμή που θα έπρεπε να διαλέξω ανάμεσα στη δική μου ζωή και των παιδιών μου. Οι γιατροί ήταν ξεκάθαροι: «Αν συνεχίσεις την κύηση και με τα τρία, κινδυνεύεις σοβαρά. Μπορούμε να προχωρήσουμε σε μείωση εμβρύων.»

Η λέξη αυτή – «μείωση» – με τσάκιζε. Πώς γίνεται να ζητάς από μια μάνα να διαλέξει; Πώς γίνεται να παγώνει το αίμα σου στη σκέψη ότι πρέπει να πεις «εσύ θα ζήσεις, εσύ όχι»;

Τις επόμενες μέρες το σπίτι μας γέμισε σιωπές. Η μητέρα μου, η κυρία Ελένη, ήρθε από το χωριό. «Γιάννα, άκου τους γιατρούς. Έχεις ήδη ένα παιδί, τη μικρή Μαρία. Δεν μπορείς να ρισκάρεις να μείνουν όλα τα παιδιά σου χωρίς μάνα.»

«Μάνα, αν ήσουν στη θέση μου; Θα μπορούσες;»

Δεν απάντησε. Μόνο έσφιξε τα χέρια της και κοίταξε έξω από το παράθυρο.

Ο πατέρας μου ήταν πιο σκληρός: «Αν πεθάνεις, τι θα απογίνουν; Πρέπει να σκεφτείς λογικά!»

Αλλά εγώ δεν μπορούσα να σκεφτώ λογικά. Έβλεπα τα υπερηχογραφήματα, άκουγα τους χτύπους τους, ένιωθα τις μικρές κινήσεις τους μέσα μου. Ήταν ήδη παιδιά μου. Ήταν ήδη αδέρφια της Μαρίας.

Ο Αντώνης προσπαθούσε να με στηρίξει, αλλά κάθε βράδυ τον έβλεπα να κάθεται μόνος στο μπαλκόνι και να καπνίζει νευρικά. Μια νύχτα τον άκουσα να μιλάει στον αδερφό του στο τηλέφωνο:

«Δεν ξέρω τι να κάνω, ρε Κώστα… Αν τη χάσω; Αν χάσω και τα μωρά;»

Έκλαψα σιωπηλά εκείνο το βράδυ. Δεν ήθελα να του δείξω πόσο φοβόμουν κι εγώ.

Οι μέρες περνούσαν με επισκέψεις σε γιατρούς, εξετάσεις, δεύτερες γνώμες. Κάποιοι ήταν πιο ψυχροί: «Η επιστήμη λέει…» Άλλοι πιο ανθρώπινοι: «Είναι δύσκολο, αλλά αντέχουν κάποιες γυναίκες.»

Ένα βράδυ, καθώς καθόμουν μόνη στην κουζίνα με ένα φλιτζάνι χαμομήλι, μπήκε η Μαρία τρέχοντας.

«Μαμά, τα μωράκια πότε θα έρθουν;»

Την πήρα αγκαλιά και έκλαψα. Τότε κατάλαβα ότι δεν μπορούσα να προδώσω ούτε εκείνη ούτε τα αδέρφια της.

Την επόμενη μέρα πήγα στον γιατρό αποφασισμένη.

«Δεν θα κάνω καμία μείωση. Θα παλέψω για όλα.»

Με κοίταξε με εκείνο το βλέμμα που έχουν οι γιατροί όταν ξέρουν ότι ο ασθενής τους δεν ακούει τη λογική.

«Είναι πολύ επικίνδυνο, Γιάννα.»

«Το ξέρω. Αλλά είναι η μόνη επιλογή που μπορώ να ζήσω με αυτή.»

Από εκείνη τη στιγμή ξεκίνησε ένας αγώνας δρόμου. Κάθε εβδομάδα στο νοσοκομείο Παπαγεωργίου στη Θεσσαλονίκη για εξετάσεις. Κάθε μέρα φόβος μήπως νιώσω πόνο στο στήθος ή λιποθυμήσω. Ο Αντώνης έγινε σκιά μου – με πήγαινε παντού, μαγείρευε, φρόντιζε τη Μαρία.

Η μητέρα μου προσευχόταν κάθε βράδυ μπροστά στο εικονοστάσι: «Παναγιά μου, κράτα την κόρη μου και τα μωρά της.»

Οι φίλες μου απομακρύνθηκαν σιγά-σιγά. Δεν ήξεραν τι να πουν ή πώς να σταθούν δίπλα μου. Μόνο η Σοφία ερχόταν πού και πού με γλυκά και κουβέντες παρηγοριάς.

Στον πέμπτο μήνα άρχισαν οι επιπλοκές. Ένα βράδυ ένιωσα δυνατούς πόνους και δυσκολία στην αναπνοή. Ο Αντώνης με πήγε τρέχοντας στα επείγοντα.

«Κινδυνεύετε και οι τέσσερις», είπε ο γιατρός.

Με έβαλαν σε μονάδα παρακολούθησης. Οι μέρες κυλούσαν αργά, γεμάτες φόβο και προσευχές. Η Μαρία ερχόταν κάθε απόγευμα και ζωγράφιζε καρδούλες για μένα.

Μια μέρα μπήκε ο πατέρας μου στο δωμάτιο.

«Συγγνώμη που σε πίεσα», είπε χαμηλόφωνα. «Είσαι πιο δυνατή απ’ όσο νόμιζα.»

Έκλαψα στην αγκαλιά του.

Στον έβδομο μήνα οι γιατροί αποφάσισαν ότι δεν μπορούσαν να περιμένουν άλλο. «Πρέπει να κάνουμε καισαρική τώρα.»

Η καρδιά μου χτυπούσε σαν τρελή – από φόβο και προσμονή.

Στο χειρουργείο ένιωθα σαν να αιωρούμαι ανάμεσα στη ζωή και τον θάνατο. Άκουσα τρεις μικρές φωνές να κλαίνε – τρεις ζωές που κέρδισαν το δικαίωμα να υπάρξουν.

Ξύπνησα στην εντατική. Ο Αντώνης δίπλα μου με δάκρυα στα μάτια.

«Τα κατάφερες… Τα κατάφερες!»

Τα μωρά ήταν πρόωρα αλλά ζωντανά – ο Νικόλας, ο Πέτρος και η μικρή Ελένη.

Οι πρώτες εβδομάδες ήταν δύσκολες – θερμοκοιτίδες, άγχος για κάθε αναπνοή τους, φόβος μήπως η καρδιά μου δεν αντέξει την ανάρρωση.

Αλλά κάθε μέρα που περνούσε ήταν ένα μικρό θαύμα.

Σήμερα, δύο χρόνια μετά, κοιτάζω τα τέσσερα παιδιά μου να παίζουν στην αυλή του σπιτιού μας στη Θεσσαλονίκη και νιώθω ευγνωμοσύνη – αλλά και μια βαθιά πληγή από όσα πέρασα.

Συχνά αναρωτιέμαι: Άξιζε το ρίσκο; Θα το ξανάκανα; Ή μήπως η αγάπη μιας μάνας είναι πάντα πιο δυνατή από τον φόβο του θανάτου;

Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου; Πώς διαλέγει κανείς ανάμεσα στη λογική και στην καρδιά;