«Δεν έχεις πια μάνα»: Μια οικογενειακή τραγωδία ανάμεσα σε δύο φωτιές

«Δεν έχεις πια μάνα!» Η φωνή της πεθεράς μου, της κυρίας Ευγενίας, αντήχησε στο μικρό σαλόνι μας στη Νίκαια σαν κεραυνός. Τα χέρια μου έτρεμαν, το πρόσωπό μου έκαιγε. Ο Πέτρος, ο γιος μου, στεκόταν στη μέση του δωματίου, τα μάτια του γεμάτα απορία και φόβο. Ο άντρας μου, ο Κώστας, είχε κατεβασμένο το βλέμμα, σαν να ήθελε να εξαφανιστεί.

«Μαμά…;» ψιθύρισε ο Πέτρος, κοιτώντας με. Ήθελα να τρέξω κοντά του, να τον αγκαλιάσω, αλλά τα πόδια μου ήταν καρφωμένα στο πάτωμα.

Η μητέρα μου είχε πεθάνει πριν τρεις μήνες. Δεν είχα ακόμα συνέλθει από την απώλεια. Η κυρία Ευγενία όμως δεν έδειχνε καμία κατανόηση. Από τότε που παντρεύτηκα τον Κώστα, ένιωθα πάντα ξένη στο σπίτι τους. Όλα έπρεπε να γίνονται όπως τα ήθελε εκείνη: το φαγητό, οι γιορτές, ακόμα και το πώς θα μεγαλώσουμε τον Πέτρο.

«Δεν έχεις πια μάνα! Εγώ είμαι η μάνα σου τώρα!» συνέχισε με σκληρότητα. Τα λόγια της με χτύπησαν σαν μαχαίρι. Ήθελα να ουρλιάξω, να της πω ότι δεν μπορεί κανείς να αντικαταστήσει τη μάνα μου. Αλλά το μόνο που κατάφερα ήταν να ψιθυρίσω: «Δεν είμαι παιδί σας…»

Ο Κώστας σηκώθηκε απότομα. «Φτάνει! Δεν αντέχω άλλο!» φώναξε και βγήκε έξω, αφήνοντάς με μόνη με την πεθερά και τον Πέτρο.

Η κυρία Ευγενία με κοίταξε με περιφρόνηση. «Αν δεν μπορείς να σταθείς στο ύψος σου, τότε τι κάνεις εδώ;»

Ένιωσα τα δάκρυά μου να κυλούν χωρίς να μπορώ να τα σταματήσω. Ο Πέτρος ήρθε κοντά μου και με αγκάλιασε σφιχτά. «Μαμά, μην κλαις…»

Τις επόμενες μέρες το σπίτι ήταν γεμάτο ένταση. Ο Κώστας δεν μιλούσε σε κανέναν. Η πεθερά μου έκανε πως δεν υπήρχα. Εγώ προσπαθούσα να κρατήσω τις ισορροπίες για χάρη του Πέτρου. Κάθε βράδυ όμως, όταν έπεφτε το σκοτάδι και ο Πέτρος κοιμόταν, έκλαιγα σιωπηλά στο μαξιλάρι μου.

Μια μέρα, καθώς ετοίμαζα το φαγητό στην κουζίνα, άκουσα την πεθερά μου να μιλάει στο τηλέφωνο με τη θεία Μαρία:

«Αυτή δεν είναι για τον γιο μου… Δεν ξέρει τι θα πει οικογένεια. Αν ζούσε η μάνα της, ίσως να είχε μάθει κάτι…»

Έσφιξα τα δόντια μου. Δεν άντεχα άλλο αυτή την υποτίμηση. Ήθελα να φύγω, αλλά πού να πάω; Η δουλειά μου στο φαρμακείο δεν έφτανε για να νοικιάσω σπίτι μόνη μου με τον Πέτρο. Ο Κώστας είχε αρχίσει να πίνει τα βράδια και να αργεί να γυρίσει σπίτι.

Ένα βράδυ γύρισε μεθυσμένος. «Για όλα φταις εσύ!» φώναξε. «Αν ήσουν πιο δυνατή, η μάνα μου δεν θα ανακατευόταν!»

Ένιωσα το αίμα να παγώνει στις φλέβες μου. «Κώστα, εγώ προσπαθώ… Δεν βλέπεις ότι υποφέρω;»

«Δεν με νοιάζει! Εγώ έχω μόνο μία μάνα!» είπε και έφυγε ξανά.

Τότε κατάλαβα πως ήμουν πραγματικά μόνη. Το μόνο που με κρατούσε ήταν ο Πέτρος.

Τις επόμενες εβδομάδες άρχισα να ψάχνω για δεύτερη δουλειά. Ήθελα να μαζέψω λεφτά για να φύγω. Μια μέρα στο φαρμακείο μπήκε η κυρία Κατερίνα από τη γειτονιά.

«Κορίτσι μου, είσαι καλά; Έχεις χάσει βάρος…»

Δεν άντεξα και ξέσπασα σε κλάματα μπροστά της. Της τα είπα όλα: για την πεθερά, τον Κώστα, τη μοναξιά μου.

«Άκουσέ με», είπε αυστηρά η κυρία Κατερίνα. «Η ζωή είναι μικρή για να τη χαραμίζεις σε ανθρώπους που δεν σε αγαπούν. Σκέψου τον Πέτρο.»

Το ίδιο βράδυ πήρα μια μεγάλη απόφαση. Περίμενα να κοιμηθούν όλοι και μάζεψα λίγα ρούχα για μένα και τον Πέτρο. Τον ξύπνησα απαλά.

«Πετράκι μου, θα πάμε ένα ταξίδι…»

Με κοίταξε φοβισμένος αλλά δεν είπε τίποτα. Βγήκαμε αθόρυβα από το σπίτι και πήγαμε στη θεία μου στη Δραπετσώνα.

Η θεία με αγκάλιασε σφιχτά. «Εδώ θα μείνετε όσο χρειαστεί», είπε χωρίς δεύτερη κουβέντα.

Τις πρώτες μέρες κοιμόμουν σχεδόν όλη μέρα από την εξάντληση και το άγχος. Ο Πέτρος πήγαινε σχολείο στη νέα γειτονιά και σιγά-σιγά άρχισε να χαμογελά ξανά.

Ο Κώστας ήρθε μετά από μια βδομάδα στη Δραπετσώνα. Χτύπησε την πόρτα δυνατά.

«Γύρνα πίσω! Η μάνα μου είναι άρρωστη από τη στενοχώρια!»

Τον κοίταξα στα μάτια για πρώτη φορά χωρίς φόβο.

«Κώστα, εγώ είμαι άρρωστη εδώ και μήνες… Δεν αντέχω άλλο.»

«Θα πάρεις τον Πέτρο μακριά από τον πατέρα του;»

Ο Πέτρος βγήκε από το δωμάτιό του και στάθηκε δίπλα μου.

«Μπαμπά… θέλω η μαμά να είναι χαρούμενη.»

Ο Κώστας έμεινε σιωπηλός για λίγο και μετά έφυγε χωρίς άλλη κουβέντα.

Οι μήνες πέρασαν δύσκολα αλλά σταθερά καλύτερα. Βρήκα δεύτερη δουλειά σε ένα φροντιστήριο και κατάφερα να νοικιάσω ένα μικρό διαμέρισμα για εμένα και τον Πέτρο στον Κορυδαλλό. Η θεία μας βοηθούσε όσο μπορούσε.

Η πεθερά μου δεν επικοινώνησε ποτέ ξανά μαζί μας. Μερικές φορές τη βλέπω τυχαία στη λαϊκή αγορά – αποστρέφει το βλέμμα της.

Ο Κώστας προσπαθεί πού και πού να δει τον Πέτρο αλλά η σχέση τους έχει ψυχρανθεί πολύ.

Συχνά αναρωτιέμαι αν έκανα το σωστό ή αν θα μπορούσα να παλέψω περισσότερο για την οικογένειά μας. Αλλά όταν βλέπω τον Πέτρο να γελάει ξανά, νιώθω πως ίσως τελικά βρήκαμε το δρόμο μας μέσα από τις στάχτες.

Άραγε πόσες γυναίκες στην Ελλάδα ζουν παρόμοιες ιστορίες; Εσείς τι θα κάνατε αν ήσασταν στη θέση μου;