Ο γείτονάς μου μου φέρνει λουλούδια και σοκολάτες, και ο άντρας μου εξοργίζεται: Είναι λάθος να δέχομαι μια απλή χειρονομία; Η ιστορία μιας γυναίκας στην Αθήνα

«Τι είναι αυτά πάλι;» Η φωνή του Νίκου αντήχησε στην κουζίνα, καθώς κρατούσε το κουτί με τις σοκολάτες και το μπουκέτο με τις φρέζιες. Τα μάτια του σκοτεινά, γεμάτα καχυποψία. «Πάλι σου έφερε δώρα ο Κώστας;»

Ένιωσα το στομάχι μου να σφίγγεται. Δεν ήθελα να ξεκινήσει άλλη μια σκηνή. «Είναι απλώς ευγενικός, Νίκο. Μόλις μετακόμισε, προσπαθεί να γνωρίσει τους γείτονες.»

«Σε όλους φέρνει λουλούδια και σοκολάτες ή μόνο σε εσένα;»

Δεν είχα απάντηση. Ήξερα πως ο Κώστας, ο νέος γείτονας από τον τρίτο όροφο, είχε μια ιδιαίτερη αδυναμία σε μένα. Από την πρώτη μέρα που ήρθε στην πολυκατοικία μας στο Παγκράτι, με χαιρέτησε με ένα ζεστό χαμόγελο και μια ανθοδέσμη. Στην αρχή το βρήκα αστείο, μετά κολακευτικό. Τώρα όμως είχε γίνει βάρος.

Ο Νίκος κι εγώ είμαστε μαζί σχεδόν τριάντα χρόνια. Παντρευτήκαμε νέοι, μεγαλώσαμε δύο παιδιά – τη Μαρία και τον Γιάννη – και περάσαμε μαζί κρίσεις, ανεργία, χαρές και λύπες. Τον τελευταίο καιρό όμως, η σχέση μας είχε βαλτώσει. Οι συζητήσεις μας είχαν περιοριστεί στους λογαριασμούς, τα προβλήματα της δουλειάς του και τα παράπονα για τα παιδιά που δεν τηλεφωνούν αρκετά.

Ο Κώστας ήταν μια ανάσα φρεσκάδας. Ήταν γύρω στα πενήντα, διαζευγμένος, με μια ήρεμη αυτοπεποίθηση που σπάνια συναντάς. Είχε πάντα μια καλή κουβέντα να πει, ένα αστείο να μοιραστεί, μια ιστορία από τα ταξίδια του στη Θεσσαλονίκη ή στη Μάνη. Μια μέρα μου έφερε σοκολάτες λέγοντας: «Για να γλυκάνεις τη μέρα σου». Άλλοτε ένα μικρό βιβλίο ποίησης.

Η αλήθεια είναι πως ένιωθα όμορφα όταν με πρόσεχε. Όχι ερωτικά – τουλάχιστον έτσι ήθελα να πιστεύω – αλλά σαν γυναίκα που κάποιος βλέπει ακόμα. Ο Νίκος όμως δεν το έβλεπε έτσι.

«Δεν θέλω να ξαναδώ δώρα από αυτόν τον τύπο στο σπίτι μας», είπε κοφτά εκείνο το βράδυ. «Δεν είναι σωστό.»

«Υπερβάλλεις», προσπάθησα να τον καθησυχάσω. «Δεν έγινε τίποτα.»

«Εσύ μπορεί να το βλέπεις έτσι. Εγώ όμως νιώθω ότι με προσβάλλει. Και εσένα σε φέρνει σε δύσκολη θέση.»

Εκείνο το βράδυ κοιμηθήκαμε πλάτη με πλάτη. Ήξερα πως κάτι είχε αλλάξει μεταξύ μας, κάτι που δεν μπορούσα να αγνοήσω.

Τις επόμενες μέρες απέφευγα τον Κώστα όσο μπορούσα. Όταν τον συναντούσα στην είσοδο, χαμογελούσα αμήχανα και έβρισκα μια δικαιολογία για να φύγω γρήγορα. Εκείνος όμως δεν φαινόταν να πτοείται.

Μια μέρα, καθώς επέστρεφα από τη λαϊκή με σακούλες γεμάτες πορτοκάλια και ντομάτες, τον βρήκα να με περιμένει στην είσοδο.

«Χρειάζεσαι βοήθεια;» ρώτησε ευγενικά.

«Όχι, ευχαριστώ, τα καταφέρνω», απάντησα βιαστικά.

«Μαρία…» είπε χαμηλόφωνα (είχε μάθει το όνομά μου από το κουδούνι). «Ξέρω ότι ο άντρας σου δεν χαίρεται με την παρέα μου. Δεν θέλω να δημιουργήσω πρόβλημα.»

Τον κοίταξα στα μάτια για πρώτη φορά μετά από μέρες. Είδα ειλικρίνεια – και ίσως λίγη λύπη.

«Δεν φταις εσύ», του είπα. «Απλώς… τα πράγματα είναι δύσκολα τελευταία.»

«Αν ποτέ χρειαστείς κάτι… ξέρεις πού μένω.»

Το ίδιο βράδυ ο Νίκος γύρισε αργά από τη δουλειά του στο συνεργείο αυτοκινήτων. Ήταν κουρασμένος, ιδρωμένος, γεμάτος γράσο στα χέρια.

«Τι έγινε σήμερα;» ρώτησε χωρίς να με κοιτάζει.

«Τίποτα ιδιαίτερο», απάντησα ψέματα.

«Σε είδε η κυρά-Ελένη να μιλάς με τον Κώστα στην είσοδο», είπε ξαφνικά. «Όλη η πολυκατοικία θα αρχίσει τα σχόλια.»

Ένιωσα το αίμα να ανεβαίνει στο κεφάλι μου. «Δεν έκανα τίποτα κακό! Μου πρότεινε βοήθεια με τα ψώνια!»

«Δεν καταλαβαίνεις; Σ’ αυτή τη γειτονιά όλοι ψάχνουν αφορμή για κουτσομπολιό!»

Η φωνή του ανέβηκε επικίνδυνα. Για πρώτη φορά μετά από χρόνια ένιωσα φόβο – όχι για τη σωματική μου ακεραιότητα, αλλά για το χάσμα που άνοιγε ανάμεσά μας.

Τις επόμενες εβδομάδες η ένταση μεγάλωσε. Ο Νίκος έγινε πιο σκληρός, πιο κλειστός. Άρχισε να παρακολουθεί κάθε μου κίνηση: με ποιον μιλούσα στο τηλέφωνο, πόση ώρα έλειπα στη λαϊκή, αν άφηνα ανοιχτό το κινητό μου στο τραπέζι.

Η Μαρία, η κόρη μας που ζει στη Θεσσαλονίκη, κατάλαβε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά όταν της τηλεφώνησα ένα βράδυ κλαμένη.

«Μαμά, τι συμβαίνει;»

«Δεν ξέρω… Ο μπαμπάς έχει αλλάξει. Δεν αντέχω άλλο αυτή την καχυποψία.»

«Μήπως πρέπει να μιλήσετε; Να πάτε σε κάποιον ειδικό;»

Γέλασα πικρά. «Στον Νίκο; Ποτέ δεν θα δεχόταν κάτι τέτοιο.»

Η Μαρία επέμεινε: «Μην αφήσεις κανέναν να σε κάνει να νιώθεις άσχημα για κάτι που δεν φταις.»

Τα λόγια της με τριγύριζαν μέρες ολόκληρες. Άρχισα να αναρωτιέμαι: μήπως όντως είχα κάνει λάθος που δέχτηκα τα δώρα του Κώστα; Ή μήπως το πρόβλημα ήταν βαθύτερο;

Ένα βράδυ αποφάσισα να μιλήσω ανοιχτά στον Νίκο.

«Θέλω να σου πω κάτι», ξεκίνησα διστακτικά καθώς καθόμασταν στο μπαλκόνι κοιτώντας τα φώτα της πόλης.

«Άκουσα», είπε ψυχρά.

«Δεν θέλω να ζούμε έτσι… Να φοβάμαι να μιλήσω σε άνθρωπο επειδή θα θυμώσεις. Δεν έχω κάνει τίποτα κακό.»

Με κοίταξε για πρώτη φορά στα μάτια μετά από καιρό. Είδα πόνο – και φόβο μήπως με χάσει.

«Φοβάμαι», παραδέχτηκε τελικά. «Φοβάμαι ότι δεν σου φτάνω πια.»

Τα μάτια μου γέμισαν δάκρυα. Τόσα χρόνια μαζί κι όμως ποτέ δεν είχαμε μιλήσει τόσο αληθινά.

«Δεν θέλω άλλον», του είπα σιγανά. «Θέλω εσένα – αλλά θέλω κι εσύ να με βλέπεις όπως παλιά.»

Από εκείνο το βράδυ άρχισε σιγά-σιγά να αλλάζει κάτι ανάμεσά μας. Ο Νίκος προσπάθησε να είναι πιο ανοιχτός, λιγότερο καχύποπτος. Εγώ έμαθα να βάζω όρια – όχι μόνο στους άλλους αλλά και στον εαυτό μου.

Ο Κώστας συνέχισε να είναι ευγενικός αλλά διακριτικός. Έγινε φίλος της οικογένειας – όχι απειλή.

Σκέφτομαι συχνά: Πόσο εύκολο είναι τελικά να διαλυθεί μια σχέση από μια απλή χειρονομία; Μήπως τελικά αυτό που λείπει από τους γάμους μας είναι η επικοινωνία κι όχι η απουσία τρίτων; Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου;