Ανάμεσα στα Όνειρα και στις Προσδοκίες: Η ιστορία της Λένας και της Ηλεκτρονικής
«Λένα, πάλι μπροστά στον υπολογιστή; Δεν βαρέθηκες πια;» Η φωνή της μητέρας μου αντηχεί στο μικρό μας διαμέρισμα στη Θεσσαλονίκη, γεμάτη απογοήτευση και μια δόση ειρωνείας. Κάθε φορά που ακούω το όνομά μου έτσι, νιώθω σαν να με τραβούν πίσω από τα όνειρά μου, σαν να με προσγειώνουν βίαια στην πραγματικότητα που εκείνοι ορίζουν για μένα.
«Μαμά, δουλεύω! Δεν βλέπεις ότι γράφω το βιογραφικό μου;» απαντώ, προσπαθώντας να συγκρατήσω τον θυμό μου. Ξέρω πως για εκείνη, η δουλειά είναι μόνο ό,τι γίνεται έξω από το σπίτι, με ιδρώτα και κουρασμένα χέρια. Για μένα όμως, η ελπίδα βρίσκεται σε μια οθόνη, σε ένα email που ίσως αλλάξει τη ζωή μου.
Η ιστορία μου δεν ξεκινά εδώ. Από μικρή ήμουν το «διαφορετικό» παιδί της οικογένειας Παπαδοπούλου. Ο πατέρας μου, ο κύριος Μανώλης, ηλεκτρολόγος στο επάγγελμα, πάντα έλεγε: «Η δουλειά είναι τιμή. Τα χέρια σου πρέπει να ματώνουν για να λες πως έκανες κάτι στη ζωή σου». Η μητέρα μου, η κυρία Ελένη, νοικοκυρά με περηφάνια, μεγάλωσε τρία παιδιά με αυστηρότητα και αγάπη που πολλές φορές έμοιαζε με πνιγμό.
Εγώ όμως ήθελα κάτι άλλο. Ήθελα να σπουδάσω πληροφορική, να δουλέψω σε εταιρεία τεχνολογίας, να έχω τον δικό μου φορητό υπολογιστή και ένα κινητό που δεν κολλάει κάθε τρεις και λίγο. Για χρόνια μάζευα χρήματα από δουλειές του ποδαριού: ιδιαίτερα μαθήματα σε παιδιά της γειτονιάς, babysitting, ακόμα και σερβιτόρα σε καφετέρια στην Καμάρα τα καλοκαίρια.
Όταν τελικά κατάφερα να αγοράσω το πρώτο μου καλό λάπτοπ και ένα smartphone που δεν ντρεπόμουν να βγάλω από την τσάντα μου, ένιωσα περήφανη. Ήταν ο καρπός των κόπων μου. Όμως η χαρά κράτησε λίγο.
«Τι τα θες όλα αυτά τα ακριβά; Να δείξεις τι; Ότι είσαι καλύτερη από εμάς;» φώναξε ο αδερφός μου ο Γιώργος ένα βράδυ που γύρισα σπίτι με τη σακούλα του καταστήματος. Η αδερφή μου η Μαρία με κοίταξε με εκείνο το βλέμμα που πάντα με έκανε να νιώθω μικρή: «Λένα, τα λεφτά δεν φυτρώνουν στα δέντρα. Θα μπορούσες να βοηθήσεις στο σπίτι αντί να τα σκορπάς σε χαζομάρες».
Ένιωσα μόνη. Σαν να μην μπορούσα να εξηγήσω σε κανέναν γιατί αυτά τα αντικείμενα σήμαιναν τόσα πολλά για μένα. Δεν ήταν απλά συσκευές· ήταν το εισιτήριό μου για έναν κόσμο που ήθελα απεγνωσμένα να γνωρίσω.
Τα βράδια ξαγρυπνούσα μπροστά στην οθόνη, ψάχνοντας δουλειές εξ αποστάσεως, στέλνοντας βιογραφικά σε εταιρείες στην Αθήνα και στη Θεσσαλονίκη. Κάθε φορά που έπαιρνα μια αρνητική απάντηση, ένιωθα το βάρος της οικογένειας να με πλακώνει περισσότερο.
«Σου είπαμε να βρεις μια κανονική δουλειά. Να πας σε ένα γραφείο, σε μια τράπεζα. Αυτά τα πράγματα που κάνεις δεν είναι για εμάς», έλεγε ο πατέρας μου κάθε πρωί στο τραπέζι.
Μια μέρα, μετά από έναν ακόμα καυγά, μάζεψα το κουράγιο και τους μίλησα ανοιχτά:
«Γιατί δεν μπορείτε να καταλάβετε ότι αυτό είναι το όνειρό μου; Δεν ζητάω τίποτα από εσάς. Μόνο λίγη στήριξη!»
Η μητέρα μου με κοίταξε με μάτια υγρά: «Λένα μου, φοβάμαι για σένα. Ο κόσμος είναι δύσκολος. Δεν θέλω να πονέσεις».
«Πονάω ήδη», της απάντησα ψιθυριστά.
Οι μέρες περνούσαν με σιωπές και μικρές εκρήξεις θυμού. Η Μαρία σταμάτησε να μου μιλάει εντελώς. Ο Γιώργος έκανε ειρωνικά σχόλια κάθε φορά που με έβλεπε μπροστά στον υπολογιστή: «Άντε πάλι η κυρία προγραμματίστρια!»
Ένα βράδυ, καθώς έβρεχε δυνατά έξω και οι δρόμοι της Θεσσαλονίκης άχνιζαν από την υγρασία, χτύπησε το κινητό μου. Ήταν email από μια εταιρεία τεχνολογίας στην Αθήνα: «Σας καλούμε για συνέντευξη». Έτρεξα στο σαλόνι με δάκρυα στα μάτια.
«Μαμά! Μπαμπά! Με κάλεσαν για συνέντευξη!»
Ο πατέρας μου αναστέναξε: «Και τι θα κάνεις; Θα φύγεις από το σπίτι; Θα μας αφήσεις;»
Η μητέρα μου έσφιξε τα χέρια της: «Λένα… αν φύγεις, ποιος θα μας προσέχει;»
Έμεινα ακίνητη. Για πρώτη φορά κατάλαβα ότι τα όνειρά μου ήταν βαρίδια για τους άλλους. Ότι κάθε βήμα προς την ελευθερία ήταν ένα βήμα μακριά από αυτούς που αγαπούσα.
Τη νύχτα εκείνη δεν κοιμήθηκα καθόλου. Σκεφτόμουν τη ζωή που ήθελα και τη ζωή που περίμεναν οι άλλοι από μένα. Την επόμενη μέρα πήγα στη συνέντευξη στην Αθήνα. Το ταξίδι με το ΚΤΕΛ ήταν γεμάτο σκέψεις και φόβους.
Η συνέντευξη πήγε καλά. Με προσέλαβαν ως junior developer. Όταν γύρισα σπίτι με τα καλά νέα, η αντίδραση ήταν χλιαρή.
«Να προσέχεις εκεί κάτω», είπε ο πατέρας μου χωρίς να με κοιτάξει στα μάτια.
Η μητέρα μου έκλαψε σιωπηλά. Η Μαρία δεν είπε λέξη.
Έφυγα για την Αθήνα με μια βαλίτσα γεμάτη ρούχα και μια καρδιά γεμάτη ενοχές. Οι πρώτοι μήνες ήταν δύσκολοι. Μου έλειπε το σπίτι, αλλά ένιωθα επιτέλους ελεύθερη.
Σήμερα, δύο χρόνια μετά, έχω τη δική μου ζωή. Μιλάω συχνά με τους γονείς μου στο τηλέφωνο. Η σχέση μας έχει αλλάξει – δεν είναι όπως παλιά, αλλά υπάρχει αγάπη κάτω από τις πληγές.
Συχνά αναρωτιέμαι: Άξιζε τον πόνο; Μπορούμε ποτέ να ζήσουμε πραγματικά τα όνειρά μας χωρίς να πληγώσουμε αυτούς που αγαπάμε; Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου;