Ο γιος μου γύρισε σπίτι μετά το διαζύγιο – Μπορεί να ξαναβρεί την ευτυχία;
«Μάνα, δεν αντέχω άλλο. Θέλω απλώς να κοιμηθώ και να ξυπνήσω όταν όλα θα έχουν τελειώσει.»
Η φωνή του Νίκου αντηχεί ακόμα στ’ αυτιά μου, γεμάτη απόγνωση και θυμό. Ήταν η πρώτη νύχτα που γύρισε σπίτι, μετά το διαζύγιο με τη Μαρία. Το μικρό μας διαμέρισμα στην Καλλιθέα, που κάποτε έμοιαζε αρκετό για δυο, τώρα φάνταζε ασφυκτικό με τα κουτιά του Νίκου στοιβαγμένα στη γωνία και τη βαριά σιωπή ανάμεσά μας.
«Νίκο μου, ξέρω πως πονάς. Αλλά είμαι εδώ. Ό,τι χρειαστείς.»
Δεν απάντησε. Έκλεισε την πόρτα του δωματίου του με δύναμη. Έμεινα στην κουζίνα, με τα χέρια βυθισμένα στο νερό, να τρίβω το ίδιο πιάτο ξανά και ξανά. Η καρδιά μου σφιγγόταν. Πάντα ήμουν δυνατή για εκείνον, αλλά τώρα ένιωθα ανήμπορη. Πώς να βοηθήσω το παιδί μου όταν ο ίδιος δεν θέλει να βοηθηθεί;
Τις πρώτες μέρες περπατούσε σαν φάντασμα μέσα στο σπίτι. Δεν έτρωγε, δεν μιλούσε. Μόνο κάπνιζε στο μπαλκόνι, κοιτώντας τα φώτα της πόλης. Κάθε τόσο άκουγα το κινητό του να δονείται και μετά μια βρισιά ή ένα βαθύ αναστεναγμό.
«Τι έγινε;» τόλμησα να ρωτήσω ένα βράδυ.
«Η Μαρία… Θέλει να πουλήσουμε το σπίτι. Δεν της φτάνει που με πέταξε έξω;»
«Νίκο μου, πρέπει να ηρεμήσεις. Θα βρούμε μια λύση.»
Με κοίταξε με μάτια κόκκινα από το κλάμα και την αϋπνία. «Δεν καταλαβαίνεις, μάνα. Όλα τελείωσαν. Η δουλειά μου πάει κατά διαόλου, η γυναίκα μου με μισεί… Τι έμεινε;»
Έμεινα σιωπηλή. Δεν ήξερα τι να πω. Ήθελα να τον αγκαλιάσω, αλλά φοβόμουν πως θα σπάσει.
Οι μέρες περνούσαν αργά. Εγώ έφευγα νωρίς για τη δουλειά στο σούπερ μάρκετ, εκείνος έμενε κλεισμένος μέσα. Μια μέρα γύρισα και τον βρήκα να κάθεται στο πάτωμα, μπροστά από τα κουτιά του.
«Ψάχνω τα χαρτιά για το διαζύγιο», είπε ξερά.
«Νίκο…»
«Μην αρχίσεις πάλι.»
Έπιασα το χέρι του. «Είσαι ο γιος μου. Ό,τι κι αν γίνει, θα είμαι εδώ.»
Με κοίταξε για πρώτη φορά στα μάτια. Είδα μέσα τους ένα παιδί που ζητούσε βοήθεια.
Το βράδυ εκείνο κάτσαμε μαζί στην κουζίνα. Έφτιαξα μακαρόνια με κιμά – το αγαπημένο του από μικρός.
«Θυμάσαι τότε που ήσουν μικρός και έπεσες από το ποδήλατο;» του είπα χαμογελώντας.
Χαμογέλασε αχνά. «Ναι… Εσύ έτρεξες πρώτη.»
«Πάντα θα τρέχω πρώτη για σένα.»
Έφαγε δυο πιρουνιές και μετά άφησε το πιάτο. «Δεν πεινάω.»
Οι μέρες έγιναν εβδομάδες. Ο Νίκος άρχισε δειλά-δειλά να βγαίνει έξω – μια βόλτα στη γειτονιά, έναν καφέ με τον παλιό του φίλο τον Σταύρο. Μια μέρα γύρισε σπίτι πιο ήρεμος.
«Η Μαρία θέλει να μιλήσουμε για το σπίτι», μου είπε.
«Θα πας;»
«Πρέπει.»
Τον είδα να ντύνεται προσεκτικά – πρώτη φορά μετά από καιρό. Όταν γύρισε, ήταν σιωπηλός αλλά πιο ήρεμος.
«Τα βρήκαμε», είπε απλά.
Ένιωσα ένα βάρος να φεύγει από πάνω μου.
Όμως τα προβλήματα δεν τελείωσαν εκεί. Η δουλειά του Νίκου ήταν ασταθής – δούλευε σε μια εταιρεία πληροφορικής που έκανε περικοπές. Κάθε μέρα ζούσαμε με την αγωνία αν θα τον κρατήσουν ή όχι.
Ένα βράδυ τον άκουσα να μιλάει στο τηλέφωνο με τον πατέρα του – τον πρώην άντρα μου, τον Γιώργο.
«Δεν μπορώ άλλο εδώ μέσα! Η μάνα μου με πνίγει! Δεν είμαι πια παιδί!»
Πόνεσα πολύ ακούγοντάς το αυτό. Ήξερα πως ένιωθε εγκλωβισμένος, αλλά τι άλλο μπορούσα να κάνω;
Την επόμενη μέρα κάθισα απέναντί του στο τραπέζι.
«Νίκο… Αν θέλεις να φύγεις, να πας κάπου αλλού…»
Με κοίταξε έκπληκτος. «Δεν θέλω να φύγω από σένα, μάνα. Απλώς… Θέλω να ξαναβρώ τον εαυτό μου.»
«Θα τα καταφέρεις», του είπα και προσπάθησα να κρύψω τα δάκρυά μου.
Άρχισε να ψάχνει για δουλειές εκτός Αθηνών – στη Θεσσαλονίκη, στην Πάτρα… Μια μέρα γύρισε χαμογελαστός.
«Με πήραν για συνέντευξη σε μια εταιρεία στην Πάτρα!»
Τον αγκάλιασα σφιχτά. «Είμαι περήφανη για σένα.»
Πέρασαν εβδομάδες αγωνίας μέχρι να μάθει αν τον πήραν. Εν τω μεταξύ, η σχέση μας άλλαξε – άρχισε να μου μιλάει περισσότερο, να γελάμε ξανά μαζί.
Όταν τελικά ήρθε η απάντηση – θετική – ο Νίκος έλαμψε από χαρά.
«Θα φύγω σε δυο εβδομάδες», μου είπε ένα βράδυ καθώς τρώγαμε μαζί.
Η καρδιά μου ράγισε και γέμισε περηφάνια ταυτόχρονα.
Την τελευταία νύχτα πριν φύγει, καθίσαμε μαζί στο μπαλκόνι.
«Μάνα… Σ’ ευχαριστώ που άντεξες εμένα και τα νεύρα μου.»
Τον χάιδεψα στα μαλλιά όπως όταν ήταν παιδί.
«Πάντα θα είμαι εδώ για σένα, Νίκο μου.»
Τον είδα να φεύγει με τη βαλίτσα του και ένιωσα πως αποχαιρετούσα ξανά το παιδί που μεγάλωσα μόνη μου τόσα χρόνια.
Τώρα το σπίτι είναι ήσυχο – πολύ ήσυχο. Μου λείπει η φασαρία του, ακόμα κι οι καυγάδες μας. Αλλά ξέρω πως έκανε το πρώτο βήμα για να ξαναβρεί την ευτυχία του.
Αλήθεια… Πόσο δύσκολο είναι να αφήσεις το παιδί σου να φύγει για δεύτερη φορά; Και πόσο εύκολο είναι να πιστέψεις ότι θα ξαναχαμογελάσει;