«Δεν είμαι κακό παιδί»: Η ιστορία μου με τον πατέρα μου και το γηροκομείο

«Πώς μπόρεσες να το κάνεις αυτό στον πατέρα μας;» Η φωνή της αδερφής μου, της Μαρίας, αντηχεί ακόμα στ’ αυτιά μου. Ήταν βράδυ, καθόμασταν όλοι γύρω από το τραπέζι της κουζίνας, εκεί που κάποτε γελούσαμε και τσακωνόμασταν για το ποιος θα πάρει το τελευταίο κομμάτι πίτα. Τώρα, όμως, το τραπέζι ήταν πεδίο μάχης.

«Δεν είχα άλλη επιλογή, Μαρία. Δεν μπορούσα να τον φροντίζω μόνη μου άλλο. Έχεις δει πώς είναι; Δεν με αναγνωρίζει καν πια!» απάντησα με σπασμένη φωνή. Η μητέρα μου καθόταν σιωπηλή, τα μάτια της χαμένα στο πάτωμα. Ο μικρός μου αδερφός, ο Νίκος, απέφευγε να με κοιτάξει.

Η αλήθεια είναι πως ο πατέρας μας, ο κύριος Σπύρος, ήταν πάντα ο βράχος της οικογένειας. Δούλευε χρόνια στα καράβια, έλειπε μήνες, αλλά όταν γύριζε, έφερνε μαζί του μυρωδιές θάλασσας και ιστορίες από μακρινούς τόπους. Όμως τα τελευταία χρόνια, η άνοια τον είχε καταβάλει. Ξέχναγε πρόσωπα, μέρες, ακόμα και το όνομά μου.

Τον πρώτο καιρό προσπαθούσα να τα κάνω όλα μόνη μου. Ξυπνούσα μέσα στη νύχτα γιατί τον άκουγα να ψάχνει τα κλειδιά του για να «πάει στη δουλειά». Έτρεχα να τον προλάβω πριν βγει στον δρόμο με τις πιτζάμες. Μια φορά τον βρήκα να κάθεται στο μπαλκόνι μες στη βροχή, γιατί νόμιζε πως περίμενε το λεωφορείο για το λιμάνι.

Η Μαρία ερχόταν πού και πού, αλλά πάντα είχε δουλειά ή τα παιδιά της. Ο Νίκος ήταν φοιτητής στην Πάτρα – «θα βοηθήσω όταν τελειώσω», έλεγε. Η μητέρα μας είχε κι αυτή τα δικά της προβλήματα υγείας. Έτσι, όλα έπεσαν πάνω μου.

«Δεν καταλαβαίνετε πόσο δύσκολο ήταν», ξέσπασα εκείνο το βράδυ. «Δεν κοιμόμουν, δεν ζούσα! Έχανα τη δουλειά μου, έχανα τον εαυτό μου!»

Η Μαρία με κοίταξε με αποστροφή. «Εγώ δεν θα τον άφηνα ποτέ σε ξένους. Εσύ βολεύτηκες.»

Ένιωσα το αίμα να ανεβαίνει στο κεφάλι μου. «Βολεύτηκα; Εσύ ήσουν εδώ όταν με ρώταγε κάθε πέντε λεπτά πού είναι η μαμά; Όταν με μπέρδευε με τη γιαγιά; Όταν έπεφτε και τον σήκωνα μόνη μου;»

Η μητέρα μας σηκώθηκε αργά και πήγε στο δωμάτιό της χωρίς να πει λέξη. Ο Νίκος ψιθύρισε: «Ίσως… ίσως να μπορούσαμε να βρούμε μια γυναίκα να τον προσέχει στο σπίτι.»

«Το δοκίμασα», του είπα κουρασμένη. «Κανείς δεν άντεξε πάνω από δύο εβδομάδες.»

Την επόμενη μέρα πήγα στο γηροκομείο. Ο πατέρας καθόταν σε μια πολυθρόνα δίπλα στο παράθυρο. Κοίταζε έξω, τα μάτια του θολά. Κάθισα δίπλα του και του έπιασα το χέρι.

«Μπαμπά… είμαι η Ελένη.»

Με κοίταξε σαν να ήμουν ξένη. «Περιμένω τη γυναίκα μου», είπε σιγανά.

Ένιωσα την καρδιά μου να σπάει σε χίλια κομμάτια. Του χάιδεψα τα μαλλιά – είχαν ασπρίσει όλα πια – και προσπάθησα να συγκρατήσω τα δάκρυά μου.

Τις επόμενες εβδομάδες η οικογένεια διχάστηκε. Η Μαρία σταμάτησε να μου μιλάει. Ο Νίκος έστελνε μηνύματα τύπου «Ελπίζω να ξέρεις τι κάνεις». Η μητέρα μας έκλαιγε τα βράδια στο δωμάτιό της.

Στη δουλειά ήμουν σαν φάντασμα. Οι συνάδελφοι ψιθύριζαν πίσω από την πλάτη μου – στην Ελλάδα όλοι ξέρουν τα πάντα για όλους. Μια μέρα η κυρία Κατερίνα από το λογιστήριο με πλησίασε: «Ελένη, άκουσα για τον πατέρα σου… Κουράγιο κορίτσι μου.» Ένιωσα την ανάγκη να ουρλιάξω: «Δεν είμαι κακό παιδί!»

Τα βράδια γύριζα σπίτι και κοιτούσα τις φωτογραφίες μας: ο μπαμπάς με τη στολή του καπετάνιου, εγώ μικρή στους ώμους του, η Μαρία κι ο Νίκος να γελάνε στις διακοπές στην Αίγινα. Πού πήγε αυτή η οικογένεια;

Μια Κυριακή αποφάσισα να πάρω τη Μαρία τηλέφωνο.

«Σε παρακαλώ, έλα μαζί μου να τον δούμε», της είπα σχεδόν ικετευτικά.

«Δεν μπορώ να τον δω έτσι», απάντησε ψυχρά.

«Δεν είναι για σένα, είναι για εκείνον…»

Σιωπή στην άλλη άκρη της γραμμής.

Την επόμενη εβδομάδα πήγα μόνη μου ξανά στο γηροκομείο. Ο πατέρας καθόταν στον κήπο αυτή τη φορά. Μια νοσοκόμα του μιλούσε γλυκά – την έλεγαν Σοφία.

«Είναι καλός άνθρωπος ο πατέρας σου», μου είπε χαμογελώντας. «Μπορεί να μην θυμάται πολλά, αλλά όταν γελάει φωτίζεται όλος ο χώρος.»

Ένιωσα ένα κύμα ανακούφισης και ενοχής μαζί.

Το βράδυ κάθισα στο μπαλκόνι και κοίταξα την πόλη που απλωνόταν μπροστά μου. Τα φώτα των σπιτιών έμοιαζαν με μικρές ελπίδες μέσα στη νύχτα.

Σκέφτηκα όλα όσα έγιναν: τις φωνές, τις ενοχές, την κούραση, την αγάπη που έγινε βάρος και μετά ξανά αγάπη. Αναρωτήθηκα αν υπάρχει σωστό ή λάθος σε τέτοιες αποφάσεις ή αν απλώς κάνουμε ό,τι μπορούμε για να επιβιώσουμε.

«Άραγε θα με συγχωρέσει ποτέ η οικογένειά μου; Ή μήπως πρέπει πρώτα να συγχωρήσω εγώ τον εαυτό μου;»