Μένω Αργά: Μια Ιστορία Αποφυγής και Ασέβειας στην Αθήνα
«Πάλι αργείς, Μαρία;» Η φωνή του Κώστα αντηχεί στο τηλέφωνο, γεμάτη εκείνο το γνώριμο μείγμα απογοήτευσης και θυμού. Κοιτάζω το ρολόι: 21:47. Το γραφείο άδειο, μόνο το φως του υπολογιστή μου και ο ήχος της βροχής έξω. «Έχω δουλειά ακόμα, Κώστα. Μην περιμένεις.»
Κλείνω το τηλέφωνο χωρίς να περιμένω απάντηση. Ξέρω τι θα έλεγε: «Όλο δουλεύεις, όλο λείπεις. Τι νόημα έχει να είμαστε μαζί;» Μα η αλήθεια είναι πως φοβάμαι να γυρίσω σπίτι. Το σπίτι μας στο Παγκράτι, που κάποτε ήταν γεμάτο γέλια και μυρωδιές από φρεσκοψημένο ψωμί, τώρα είναι ψυχρό, γεμάτο σιωπή και βλέμματα που αποφεύγουν το ένα το άλλο.
Η δουλειά μου στη διαφημιστική εταιρεία ήταν πάντα απαιτητική, αλλά τα τελευταία δύο χρόνια έγινε το καταφύγιό μου. Βοηθούσα τους συναδέλφους με τα project τους, έμενα μέχρι αργά, έβρισκα πάντα κάτι να κάνω. Η Ελένη, η γραμματέας, με κοιτούσε με συμπόνια: «Μαρία, δεν κουράζεσαι;»
«Καλύτερα εδώ παρά σπίτι», της απαντούσα χαμηλόφωνα. Δεν ήθελα να μιλήσω για τον Κώστα. Για το πώς άλλαξε μετά την απόλυσή του από τη ΔΕΗ. Για το πώς άρχισε να πίνει τα βράδια, να γίνεται σκληρός, να με κατηγορεί για όλα.
«Εσύ φταις που δεν έχουμε λεφτά! Εσύ φταις που δεν κάνουμε παιδιά!»
Πόσες φορές άκουσα αυτές τις λέξεις; Στην αρχή θύμωνα, μετά έκλαιγα κρυφά στο μπάνιο. Τώρα απλώς σιωπώ. Η μητέρα μου λέει να κάνω υπομονή: «Έτσι είναι οι άντρες, παιδί μου. Περνούν δύσκολα.» Ο πατέρας μου δεν μιλάει καθόλου – ποτέ δεν ενέκρινε τον Κώστα.
Ένα βράδυ γύρισα σπίτι πιο νωρίς από το συνηθισμένο. Ο Κώστας καθόταν στον καναπέ με το μπουκάλι μπύρας στο χέρι. «Νόμιζα πως θα κοιμηθώ μόνος μου πάλι», είπε ειρωνικά.
«Δεν αντέχω άλλο αυτή την κατάσταση», του είπα ήρεμα. «Δεν είμαστε ευτυχισμένοι.»
Γέλασε πικρά. «Εσύ δεν είσαι ευτυχισμένη! Εγώ μια χαρά θα ήμουν αν είχες λίγο σεβασμό!»
«Σεβασμό;» φώναξα χωρίς να το θέλω. «Εσύ με σέβεσαι; Με κατηγορείς για όλα! Δεν με ρώτησες ποτέ πώς νιώθω!»
Σηκώθηκε απότομα. Για μια στιγμή φοβήθηκα πως θα με χτυπήσει – δεν το έκανε ποτέ, αλλά ο τρόπος που με κοίταξε… Ένιωσα μικρή, αόρατη.
«Αν δεν σου αρέσει, φύγε!»
Έφυγα εκείνο το βράδυ και πήγα στη φίλη μου τη Σοφία στο Περιστέρι. Εκείνη με αγκάλιασε χωρίς να ρωτήσει τίποτα. «Θέλεις να μιλήσεις;»
«Δεν ξέρω τι θέλω», της απάντησα κλαίγοντας.
Τις επόμενες μέρες πήγαινα στη δουλειά σαν ρομπότ. Η Ελένη μου έφερνε καφέδες, ο διευθυντής μου έδινε όλο και περισσότερα projects – λες και ήξερε πως ήθελα να ξεχαστώ. Τα βράδια έμενα στο σπίτι της Σοφίας, κοιμόμουν στον καναπέ της αγκαλιά με τη γάτα της.
Ο Κώστας δεν τηλεφώνησε ούτε μία φορά. Ούτε μήνυμα. Η μητέρα μου με πίεζε να γυρίσω: «Τι θα πει ο κόσμος;» Η Σοφία όμως μου έλεγε: «Μαρία, σκέψου εσένα. Πρώτη φορά στη ζωή σου.»
Μια μέρα, καθώς περπατούσα στην Πανεπιστημίου για να πάρω το μετρό, είδα ένα ζευγάρι να γελάει δυνατά έξω από ένα καφέ. Θυμήθηκα εμάς με τον Κώστα πριν χρόνια – τότε που όλα ήταν εύκολα, τότε που ονειρευόμασταν ταξίδια στη Σαντορίνη και παιδιά που θα τρέχουν στην αυλή.
Πότε χάθηκαν όλα αυτά; Πότε έγινα ξένη μέσα στη δική μου ζωή;
Γύρισα σπίτι μετά από μια εβδομάδα. Ο Κώστας ήταν εκεί, αξύριστος, κουρασμένος. Δεν είπε τίποτα – ούτε εγώ. Μείναμε σιωπηλοί όλο το βράδυ, ο καθένας χαμένος στις σκέψεις του.
Τις επόμενες μέρες προσπαθήσαμε να μιλήσουμε – πάντα κατέληγε σε καυγάδες ή σιωπή. Ο Κώστας έψαχνε δουλειά χωρίς αποτέλεσμα. Εγώ δούλευα περισσότερο από ποτέ.
Μια Κυριακή πρωί, καθώς έπινα καφέ στο μπαλκόνι, ήρθε η μητέρα μου απρόσκλητη.
«Μαρία, πρέπει να κάνετε ένα παιδί. Θα αλλάξει τα πάντα.»
Γέλασα πικρά. «Μάνα, δεν φτιάχνει ένα παιδί έναν γάμο που έχει ήδη χαλάσει.»
Με κοίταξε αυστηρά: «Εσύ φταις που δεν προσπαθείς αρκετά.»
Ένιωσα μόνη όσο ποτέ. Ούτε η οικογένειά μου δεν με καταλάβαινε.
Το βράδυ εκείνο πήρα μια απόφαση. Μάζεψα λίγα ρούχα και έφυγα ξανά – αυτή τη φορά για πάντα. Ο Κώστας δεν προσπάθησε να με σταματήσει.
Τώρα μένω μόνη σε ένα μικρό διαμέρισμα στα Εξάρχεια. Οι νύχτες είναι δύσκολες – η σιωπή βαριά – αλλά νιώθω ελεύθερη για πρώτη φορά μετά από χρόνια.
Συχνά αναρωτιέμαι: Πόσο εύκολο είναι τελικά να αφήσεις πίσω μια ζωή που σε πνίγει; Και πόσο δύσκολο είναι να βρεις ξανά τον εαυτό σου;
Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου; Θα μένατε ή θα φεύγατε;