Άστεγος Πιτσιρικάς Παίζει Σκάκι στην Πλατεία Συντάγματος – Η Δραματική Ιστορία του Νίκου που Άλλαξε τη Μοίρα της Οικογένειάς του
«Νίκο, πάλι εκεί θα πας; Σου είπα να μείνεις σπίτι να βοηθήσεις τον πατέρα σου!» Η φωνή της μάνας μου αντηχούσε στο μικρό, υγρό διαμέρισμα στα Πατήσια. Ήταν χειμώνας, το πετρέλαιο είχε τελειώσει και τα παράθυρα θόλωναν από την ανάσα μας. Κοίταξα τον πατέρα μου, που καθόταν βουβός μπροστά στο τραπέζι, τα χέρια του γεμάτα ρωγμές από τα μεροκάματα στη λαχαναγορά. Δεν απάντησα. Πήρα το παλιό ξύλινο σκακιέρα που είχα βρει στα σκουπίδια και βγήκα τρέχοντας.
Η πλατεία Συντάγματος ήταν γεμάτη κόσμο. Άλλοι έτρεχαν για δουλειά, άλλοι κάθονταν στα παγκάκια με βλέμμα χαμένο. Εγώ πήγαινα πάντα στη γωνία, εκεί που μαζεύονταν οι γέροι και έπαιζαν σκάκι. «Ήρθες πάλι, μικρέ;» με ρώτησε ο κύριος Σταύρος, ένας συνταξιούχος δάσκαλος με άσπρα μαλλιά και μάτια που έλαμπαν όταν μιλούσε για στρατηγικές. «Έλα, κάτσε να δούμε αν έμαθες τίποτα από χθες.»
Το σκάκι ήταν η μόνη μου διέξοδος. Όταν έπαιζα, ξεχνούσα τη φτώχεια, τους καβγάδες των γονιών μου για τα λεφτά, το φόβο ότι θα μας πετάξουν έξω από το σπίτι. Έβλεπα μόνο τα πιόνια και τις κινήσεις τους. Ο κύριος Σταύρος με δίδαξε υπομονή και πειθαρχία. «Στο σκάκι, όπως και στη ζωή, Νίκο, πρέπει να σκέφτεσαι τρεις κινήσεις μπροστά.»
Μια μέρα, καθώς έπαιζα με τον κύριο Σταύρο, ήρθε ένας άντρας με κοστούμι και γραβάτα. Μας παρακολούθησε για ώρα. Όταν τελείωσε το παιχνίδι, με πλησίασε. «Είσαι καλός. Έχεις σκεφτεί να παίξεις σε κάποιο σύλλογο;» Με λένε κύριο Παναγιώτη και είμαι προπονητής στον Σκακιστικό Όμιλο Αθηνών.» Τον κοίταξα δύσπιστα. «Δεν έχουμε λεφτά για τέτοια πράγματα», του απάντησα. Χαμογέλασε. «Έλα μια φορά να δοκιμάσεις. Τα υπόλοιπα άστα σε μένα.»
Το ίδιο βράδυ, η μάνα μου φώναζε πάλι. «Τι σκακιστικός όμιλος και βλακείες; Εδώ δεν έχουμε να φάμε!» Ο πατέρας μου όμως με κοίταξε αλλιώς εκείνο το βράδυ. Ίσως είδε στα μάτια μου κάτι που είχε ξεχάσει: ελπίδα.
Στον όμιλο γνώρισα παιδιά από όλη την Αθήνα. Κάποια είχαν πλούσιους γονείς, άλλα ήταν σαν κι εμένα. Ο κύριος Παναγιώτης με πήρε υπό την προστασία του. Μου έδινε βιβλία, με πήγαινε σε τουρνουά, πλήρωνε τα εισιτήρια από την τσέπη του. Κάθε νίκη ήταν μια μικρή επανάσταση απέναντι στη μιζέρια που μας έπνιγε στο σπίτι.
Όσο εγώ ανέβαινα στα σκακιστικά τραπέζια, στο σπίτι τα πράγματα χειροτέρευαν. Ο πατέρας μου έχασε τη δουλειά του. Η μάνα μου καθάριζε σκάλες για λίγα ευρώ. Τα βράδια τους άκουγα να τσακώνονται ψιθυριστά για να μην ξυπνήσουμε εγώ κι η μικρή μου αδερφή, η Μαρία.
Μια μέρα γύρισα σπίτι και βρήκα τη Μαρία να κλαίει. «Θα μας διώξουν», μου είπε τρέμοντας. Το νοίκι είχε μείνει απλήρωτο τρεις μήνες. Εκείνο το βράδυ δεν έκλεισα μάτι. Κοίταζα το ταβάνι και σκεφτόμουν: τι αξία έχει το σκάκι όταν η οικογένειά σου κινδυνεύει να μείνει στο δρόμο;
Λίγες μέρες μετά, ο κύριος Παναγιώτης μου ανακοίνωσε: «Νίκο, σε δήλωσα στο Πανελλήνιο Πρωτάθλημα Νέων.» Τον κοίταξα απορημένος. «Δεν έχουμε λεφτά ούτε για το λεωφορείο!» Εκείνος χαμογέλασε: «Θα τα βρούμε.»
Το πρωτάθλημα έγινε στη Θεσσαλονίκη. Ήταν η πρώτη φορά που έβγαινα έξω από την Αθήνα. Ένιωθα φόβο και ενθουσιασμό μαζί. Οι αντίπαλοί μου ήταν δυνατοί – παιδιά με προπονητές, με υποστήριξη, με αυτοπεποίθηση. Εγώ είχα μόνο το πείσμα μου και τις συμβουλές του κυρίου Σταύρου στο μυαλό μου.
Στον τελικό έπαιξα με τον Γιώργο από τη Θεσσαλονίκη – ένα παιδί που όλοι περίμεναν να κερδίσει εύκολα. Η αίθουσα ήταν γεμάτη κόσμο. Ένιωθα τα βλέμματα πάνω μου σαν βάρος στους ώμους μου. Θυμήθηκα όμως τα λόγια του κυρίου Σταύρου: «Σκέψου τρεις κινήσεις μπροστά.» Έπαιξα ψύχραιμα, χωρίς φόβο.
Όταν έκανα ματ, δεν κατάλαβα αμέσως τι είχε συμβεί. Ο κόσμος χειροκροτούσε, ο κύριος Παναγιώτης με αγκάλιασε δακρυσμένος. Εκείνη τη στιγμή ένιωσα ότι κάτι είχε αλλάξει για πάντα.
Η νίκη αυτή μου άνοιξε πόρτες που δεν ήξερα καν ότι υπήρχαν. Μια εταιρεία προσφέρθηκε να μας βοηθήσει οικονομικά – πλήρωσαν το νοίκι μας για έναν χρόνο και βρήκαν δουλειά στον πατέρα μου σε αποθήκη τους στον Ρέντη. Η μάνα μου σταμάτησε να καθαρίζει σκάλες και άρχισε να δουλεύει σε κυλικείο σχολείου.
Η Μαρία ξαναβρήκε το χαμόγελό της κι εγώ συνέχισα να παίζω σκάκι – αυτή τη φορά όχι για να ξεφύγω από τη ζωή μου, αλλά για να της δώσω νόημα.
Τα χρόνια πέρασαν κι έγινα προπονητής σκακιού σε παιδιά σαν κι εμένα – παιδιά που ξέρουν τι σημαίνει να μεγαλώνεις με το φόβο της φτώχειας και της αβεβαιότητας.
Κάποιες φορές αναρωτιέμαι: Αν δεν είχα βρει εκείνη τη σκακιέρα στα σκουπίδια, αν δεν είχα γνωρίσει τον κύριο Σταύρο και τον κύριο Παναγιώτη… Θα μπορούσα ποτέ να αλλάξω τη μοίρα της οικογένειάς μου; Ή μήπως τελικά η ελπίδα γεννιέται πάντα εκεί που δεν την περιμένεις;