«Να μοιράσουμε τον λογαριασμό;» – Μια βραδιά που άλλαξε για πάντα τον τρόπο που βλέπω την αγάπη
«Να μοιράσουμε τον λογαριασμό;»
Η φωνή του Στέλιου διέκοψε τη σιωπή που είχε απλωθεί ανάμεσά μας. Κοίταξα το πρόσωπό του, προσπαθώντας να διακρίνω αν αστειευόταν ή αν μιλούσε σοβαρά. Ήταν το πρώτο μας ραντεβού, ένα βράδυ που περίμενα με ανυπομονησία και άγχος, μετά από εβδομάδες ανταλλαγής μηνυμάτων στο Viber. Η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά, όχι από ενθουσιασμό πια, αλλά από αμηχανία.
«Εννοείς… να πληρώσουμε μισά-μισά;» ρώτησα, προσπαθώντας να κρατήσω τη φωνή μου σταθερή.
«Ναι, φυσικά. Έτσι είναι το σωστό, δεν νομίζεις;» απάντησε εκείνος, με ένα χαμόγελο που έμοιαζε περισσότερο με μάσκα παρά με αληθινή έκφραση.
Από μικρή, η μητέρα μου, η κυρία Ελένη, με είχε μάθει πως ο άντρας πρέπει να δείχνει γενναιοδωρία στο πρώτο ραντεβού. «Όχι γιατί δεν μπορείς να πληρώσεις μόνη σου, αλλά γιατί έτσι δείχνει σεβασμό», έλεγε πάντα. Θυμήθηκα τα λόγια της εκείνη τη στιγμή και ένιωσα ένα κύμα απογοήτευσης να με πλημμυρίζει.
Η βραδιά είχε ξεκινήσει όμορφα. Είχα φορέσει το αγαπημένο μου μπλε φόρεμα και είχα φτιάξει τα μαλλιά μου όπως μου άρεσε. Ο Στέλιος φαινόταν ευγενικός στα μηνύματα, είχε χιούμορ και μιλούσε για τα όνειρά του να ανοίξει κάποτε ένα δικό του καφέ στη Νέα Σμύρνη. Όταν τον είδα από κοντά, ήταν λίγο πιο κοντός απ’ ό,τι περίμενα, αλλά το χαμόγελό του ήταν ζεστό – τουλάχιστον στην αρχή.
Καθίσαμε σε ένα μικρό μεζεδοπωλείο στο Παγκράτι. Παραγγείλαμε τυροκαυτερή, πατάτες τηγανητές και δύο ποτήρια κρασί. Η συζήτηση κυλούσε αμήχανα στην αρχή, αλλά σύντομα βρήκαμε κοινά σημεία: αγαπούσαμε και οι δύο τα παλιά ελληνικά τραγούδια και τις βόλτες στην Πλάκα. Όμως, όσο περνούσε η ώρα, άρχισα να παρατηρώ μικρές λεπτομέρειες που με ενοχλούσαν – το πώς κοιτούσε διαρκώς το κινητό του, πώς διέκοπτε όταν μιλούσα για τη δουλειά μου στη βιβλιοθήκη.
«Και τι λέει η μαμά σου για τα διαδικτυακά ραντεβού;» με ρώτησε ξαφνικά.
«Δεν της έχω πει πολλά… Ξέρεις πώς είναι οι Ελληνίδες μάνες», απάντησα γελώντας αμήχανα.
«Εμένα η δική μου λέει ότι όλες οι γυναίκες σήμερα ψάχνουν κάποιον να τις συντηρεί», είπε με μια δόση ειρωνείας.
Ένιωσα το πρόσωπό μου να κοκκινίζει. «Δεν είμαστε όλες ίδιες», απάντησα ήρεμα, αλλά μέσα μου ένιωθα ήδη ότι κάτι δεν πήγαινε καλά.
Όταν ήρθε ο λογαριασμός, ο Στέλιος τον άρπαξε πρώτος. Περίμενα – ίσως από συνήθεια ή από τις προσδοκίες που είχα μεγαλώσει – ότι θα προσφερθεί να πληρώσει. Αντί γι’ αυτό, έβγαλε το κινητό του και άρχισε να υπολογίζει πόσο ακριβώς είχε φάει ο καθένας μας.
«Εσύ πήρες δύο ποτήρια κρασί, εγώ ένα. Να τα βάλουμε κάτω;»
Ένιωσα σαν να με ζύγιζε. Δεν ήταν το ποσό – μπορούσα να πληρώσω και για τους δυο μας αν χρειαζόταν. Ήταν η κίνηση, το μήνυμα που έστελνε: «Είσαι μόνη σου εδώ». Έβαλα το χέρι στην τσάντα μου και πλήρωσα το μερίδιό μου χωρίς να πω κουβέντα.
Στο δρόμο για το σπίτι, περπατούσα μόνη κάτω από τα φώτα της Βασιλίσσης Σοφίας. Το μυαλό μου έτρεχε σε σκέψεις: Μήπως είμαι υπερβολική; Μήπως οι εποχές έχουν αλλάξει κι εγώ μένω πίσω; Ή μήπως απλώς ζητάω λίγη ευγένεια;
Όταν μπήκα σπίτι, η μητέρα μου καθόταν στον καναπέ βλέποντας τηλεόραση. «Πώς πήγε;» με ρώτησε με εκείνο το βλέμμα που τα ξέρει όλα.
«Καλά…» ψιθύρισα και πήγα στο δωμάτιό μου. Δεν ήθελα να μιλήσω. Ξάπλωσα στο κρεβάτι και κοίταξα το ταβάνι. Θυμήθηκα τον πατέρα μου – πώς πάντα έφερνε λουλούδια στη μαμά ακόμα και μετά από τριάντα χρόνια γάμου. Θυμήθηκα τις Κυριακές που τρώγαμε όλοι μαζί στο τραπέζι και γελούσαμε με τα αστεία του θείου Κώστα.
Την επόμενη μέρα στη δουλειά, η φίλη μου η Μαρία με ρώτησε πώς πήγε το ραντεβού. Της τα είπα όλα.
«Έλα μωρέ, σιγά! Έτσι είναι τώρα οι άντρες», είπε γελώντας. «Μην κολλάς σε τέτοια.»
Αλλά εγώ δεν μπορούσα να το ξεπεράσω τόσο εύκολα. Δεν ήταν μόνο ο λογαριασμός – ήταν ο τρόπος που με έκανε να νιώσω: σαν να ήμουν απλώς άλλη μια επιλογή σε μια ατελείωτη λίστα γνωριμιών.
Το βράδυ εκείνο δέχτηκα μήνυμα από τον Στέλιο: «Πέρασα ωραία, θες να ξαναβρεθούμε;»
Κοίταξα την οθόνη για ώρα. Δεν ήξερα τι να απαντήσω. Από τη μία ήθελα να του δώσω άλλη μια ευκαιρία – ίσως είχα παρεξηγήσει τις προθέσεις του. Από την άλλη όμως, ένιωθα ότι αν δε σεβαστείς τον άλλον από την αρχή, δύσκολα θα το κάνεις μετά.
Τις επόμενες μέρες άρχισα να παρατηρώ γύρω μου: ζευγάρια στο μετρό που δεν αντάλλασσαν ούτε μια κουβέντα, φίλες που παραπονιούνταν ότι οι σχέσεις σήμερα είναι επιφανειακές, γονείς που ανησυχούσαν για τα παιδιά τους και τους κινδύνους του διαδικτύου.
Ένα βράδυ στο σπίτι έγινε καβγάς. Η μητέρα μου άκουσε τυχαία τη συζήτησή μου με τη Μαρία στο τηλέφωνο και μπήκε φουριόζα στο δωμάτιο.
«Δεν θέλω να ξανακούσω για διαδικτυακά ραντεβού! Οι άνθρωποι σήμερα δεν ξέρουν τι θα πει σεβασμός!» φώναξε.
«Μαμά, δεν είναι όλοι ίδιοι…» προσπάθησα να της εξηγήσω.
«Εσύ είσαι κορίτσι με αρχές! Μην αφήνεις κανέναν να σε κάνει να νιώθεις λίγη!»
Τα λόγια της αντήχησαν μέσα μου. Ήθελα τόσο πολύ να την κάνω περήφανη, αλλά ήθελα επίσης να ζήσω τη ζωή μου όπως εγώ θέλω – όχι όπως εκείνη ήθελε για μένα.
Τις επόμενες εβδομάδες απέφυγα τα ραντεβού. Αφοσιώθηκα στη δουλειά μου στη βιβλιοθήκη και στις φίλες μου. Όμως κάθε φορά που έβλεπα ένα ζευγάρι να γελάει μαζί στο δρόμο ή έναν άντρα να κρατάει την πόρτα για μια γυναίκα, ένιωθα ένα μικρό τσίμπημα ζήλιας και ελπίδας μαζί.
Ένα απόγευμα συνάντησα τυχαία τον Στέλιο στο σούπερ μάρκετ της γειτονιάς. Με χαιρέτησε αμήχανα.
«Ελπίζω να μην παρεξήγησες αυτό με τον λογαριασμό…» είπε χαμηλόφωνα.
«Όχι… Απλώς κατάλαβα ότι ίσως ψάχνουμε διαφορετικά πράγματα», του απάντησα ευγενικά.
Χαμογέλασε θλιμμένα και έφυγε χωρίς άλλη κουβέντα.
Γύρισα σπίτι σκεπτική. Μήπως τελικά όλα είναι θέμα επικοινωνίας; Μήπως αν είχα μιλήσει πιο ανοιχτά θα είχαμε καταλάβει καλύτερα ο ένας τον άλλον;
Από τότε προσπαθώ να είμαι πιο ειλικρινής στις σχέσεις μου – όχι μόνο ερωτικές αλλά και φιλικές, οικογενειακές. Να λέω τι νιώθω χωρίς φόβο μήπως φανώ αδύναμη ή υπερβολική.
Σήμερα, κοιτάζοντας πίσω εκείνο το βράδυ στο Παγκράτι, καταλαβαίνω ότι δεν ήταν απλώς ένα αποτυχημένο ραντεβού. Ήταν μια στιγμή που με ανάγκασε να δω καθαρά τι αξίζω και τι θέλω πραγματικά από τους ανθρώπους γύρω μου.
Άραγε πόσοι από εμάς έχουμε νιώσει έτσι; Πόσες φορές αφήσαμε μικρές απογοητεύσεις να μας κάνουν πιο δυνατούς ή πιο κλειστούς; Θα ήθελα πολύ να ακούσω τις δικές σας ιστορίες…