«Μια ζωή φυλακισμένη σε ξένες προσδοκίες» – Η ιστορία μιας Ελληνίδας που παλεύει να βρει τον εαυτό της μέσα στην οικογενειακή φυλακή
«Μαρία, γιατί δεν έστρωσες ακόμα το τραπέζι; Οι γονείς του Νίκου θα έρθουν σε λίγο!» Η φωνή της πεθεράς μου, της κυρίας Ελένης, αντηχεί ακόμα στα αυτιά μου, παρόλο που έχουν περάσει τόσα χρόνια από εκείνο το απόγευμα. Ήταν η πρώτη φορά που κατάλαβα πως το σπίτι που νόμιζα ότι θα ήταν το καταφύγιό μου, είχε μετατραπεί σε σκηνή θεάτρου όπου εγώ έπαιζα τον ρόλο που μου είχαν γράψει άλλοι.
«Έρχομαι, κυρία Ελένη. Μόλις τελείωσα με το φαγητό», απάντησα ήσυχα, κρύβοντας την ταραχή μου. Ο Νίκος, ο άντρας μου, καθόταν αμίλητος στον καναπέ, χαμένος στο κινητό του. Δεν γύρισε καν να με κοιτάξει. Ήξερα πως δεν θα έπαιρνα ποτέ το μέρος μου. Από την πρώτη μέρα του γάμου μας, η μητέρα του είχε τον πρώτο λόγο σε όλα: από το πώς θα διακοσμήσουμε το σπίτι μέχρι το τι θα μαγειρέψω και πότε θα κάνουμε παιδιά.
Στην αρχή νόμιζα πως ήταν απλώς παραδοσιακή. «Έτσι είναι οι ελληνικές οικογένειες», μου έλεγε η μάνα μου όταν της παραπονιόμουν. «Κάνε υπομονή, θα στρώσουν τα πράγματα.» Αλλά όσο περνούσε ο καιρός, τόσο περισσότερο ένιωθα να χάνω τον εαυτό μου. Δεν ήμουν πια η Μαρία που γελούσε δυνατά με τις φίλες της στην παραλία της Καλαμάτας, ούτε εκείνη που ονειρευόταν να γίνει δασκάλα και να ταξιδέψει σε όλη την Ελλάδα.
Τα βράδια, όταν όλοι κοιμόντουσαν, καθόμουν στο μπαλκόνι και κοιτούσα τα φώτα της πόλης. Αναρωτιόμουν πώς κατέληξα εδώ. Ο Νίκος ήταν καλός στην αρχή – ευγενικός, ήσυχος, με χιούμορ. Αλλά μόλις παντρευτήκαμε και μετακομίσαμε στο σπίτι των γονιών του στην Αθήνα, όλα άλλαξαν. Εκείνος έγινε σκιά του εαυτού του, πάντα κουρασμένος από τη δουλειά, πάντα πρόθυμος να κάνει τα χατίρια της μητέρας του.
«Μαρία, γιατί δεν φοράς εκείνο το φόρεμα που σου πήρα;» με ρώτησε μια μέρα η κυρία Ελένη μπροστά σε όλη την οικογένεια. «Δεν σου αρέσει;»
Ένιωσα τα μάγουλά μου να καίνε. «Μου αρέσει πολύ, απλώς…»
«Απλώς τι; Να το φοράς! Είσαι γυναίκα του γιου μου τώρα. Πρέπει να δείχνεις όμορφη.»
Ο πεθερός μου, ο κύριος Σταύρος, δεν μιλούσε πολύ. Μόνο κοίταζε με εκείνο το αυστηρό βλέμμα που σε έκανε να νιώθεις μικρή και ασήμαντη. Κι ο Νίκος; Πάντα σιωπηλός. Μια φορά μόνο τόλμησα να του μιλήσω ανοιχτά.
«Νίκο, δεν αντέχω άλλο. Νιώθω πως πνίγομαι εδώ μέσα.»
Με κοίταξε σαν να μην καταλάβαινε τι λέω. «Έλα τώρα, Μαρία… Μην κάνεις έτσι. Η μάνα μου θέλει το καλό μας.»
«Το καλό μας ή το δικό της καλό;»
Δεν απάντησε ποτέ.
Οι μέρες περνούσαν ίδιες και απαράλλαχτες. Ξύπναγα νωρίς για να ετοιμάσω πρωινό για όλους, πήγαινα στη δουλειά – είχα βρει μια θέση γραμματέως σε ένα λογιστικό γραφείο – και το απόγευμα έτρεχα σπίτι για να προλάβω να μαγειρέψω πριν έρθει η κυρία Ελένη από τα ψώνια της. Τα Σαββατοκύριακα ήταν χειρότερα: τότε μαζευόταν όλη η οικογένεια στο σπίτι και εγώ έπρεπε να φροντίζω τους πάντες.
Η αδερφή του Νίκου, η Άννα, ήταν η μόνη που με καταλάβαινε κάπως. «Μην τους αφήνεις να σε πατάνε», μου ψιθύριζε όταν βρισκόμασταν μόνες στην κουζίνα. «Κι εγώ τα ίδια πέρασα όταν παντρεύτηκα τον Γιώργο… Αλλά πρέπει να βρεις τη φωνή σου.»
«Και πώς; Όταν κάθε φορά που πάω να μιλήσω με διακόπτουν; Όταν ο Νίκος δεν λέει τίποτα;»
Η Άννα χαμογέλασε πικρά. «Δεν ξέρω… Αλλά αν δεν το κάνεις εσύ, κανείς δεν θα το κάνει για σένα.»
Ένα βράδυ, μετά από έναν μεγάλο καβγά με την κυρία Ελένη – γιατί τόλμησα να μαγειρέψω φακές αντί για γεμιστά – έκλεισα την πόρτα του δωματίου μας και ξέσπασα σε κλάματα. Ο Νίκος μπήκε μέσα και με βρήκε έτσι.
«Τι έχεις πάλι;»
«Δεν αντέχω άλλο! Θέλω να φύγω! Να ζήσω μόνη μου!»
Με κοίταξε σαν να είχα πει κάτι αδιανόητο. «Μα τι λες τώρα; Πού θα πας; Εδώ είναι το σπίτι μας.»
«Όχι, Νίκο… Αυτό δεν είναι σπίτι. Είναι φυλακή.»
Για πρώτη φορά είδα τα μάτια του να γεμίζουν δάκρυα. Δεν είπε τίποτα άλλο εκείνο το βράδυ.
Τις επόμενες μέρες ένιωθα σαν φάντασμα μέσα στο ίδιο μου το σώμα. Η δουλειά ήταν η μόνη μου διέξοδος – εκεί μπορούσα να αναπνεύσω λίγο πιο ελεύθερα. Η προϊσταμένη μου, η κυρία Κατερίνα, με είχε πάρει με καλό μάτι.
«Μαρία, είσαι καλή στη δουλειά σου», μου είπε μια μέρα στο διάλειμμα. «Γιατί δεν δοκιμάζεις να σπουδάσεις κάτι παραπάνω; Έχεις μυαλό.»
Την κοίταξα σαν χαμένη. Είχα ξεχάσει πώς είναι να έχεις όνειρα.
Το ίδιο βράδυ πήρα τηλέφωνο τη μητέρα μου στην Καλαμάτα.
«Μάνα… Δεν είμαι καλά εδώ.»
Άκουσα τη φωνή της να τρέμει στην άλλη άκρη της γραμμής. «Κορίτσι μου… Θέλεις να έρθεις πίσω;»
«Δεν ξέρω… Φοβάμαι.»
«Τι φοβάσαι; Τι θα πει ο κόσμος; Ή μήπως ότι θα μείνεις μόνη σου;»
Σιώπησα. Ήξερα πως είχε δίκιο και στα δύο.
Την επόμενη μέρα γύρισα σπίτι νωρίτερα από τη δουλειά και βρήκα την κυρία Ελένη στην κουζίνα.
«Πού ήσουν τόσο νωρίς;»
«Στη δουλειά… Τελείωσα νωρίτερα.»
Με κοίταξε καχύποπτα. «Ελπίζω να μην σκέφτεσαι τίποτα τρελό… Ο Νίκος σε αγαπάει.»
Ήθελα να της φωνάξω πως δεν ξέρει τίποτα για μένα. Πως κανείς εδώ μέσα δεν με ρώτησε ποτέ τι θέλω εγώ.
Το ίδιο βράδυ πήρα μια απόφαση: θα μιλούσα στον Νίκο για τελευταία φορά.
«Νίκο… Θέλω να φύγω για λίγο στην Καλαμάτα. Να σκεφτώ.»
Με κοίταξε σαστισμένος. «Και εγώ; Και η μάνα μου;»
«Δεν μπορώ άλλο… Θέλω να ζήσω για μένα.»
Έφυγα την επόμενη μέρα με ένα μικρό σακ βουαγιάζ και μια βαριά καρδιά. Η μητέρα μου με περίμενε στο σταθμό των ΚΤΕΛ με ανοιχτές αγκάλες.
Στην Καλαμάτα ένιωσα ξανά τον ήλιο στο πρόσωπό μου, άκουσα τα γέλια των παιδιών στην πλατεία και θυμήθηκα ποια ήμουν πριν γίνω «η γυναίκα του Νίκου». Άρχισα να δουλεύω σε ένα φροντιστήριο αγγλικών και σιγά-σιγά ξαναβρήκα τη φωνή μου.
Ο Νίκος με πήρε τηλέφωνο πολλές φορές στην αρχή. Την πρώτη φορά έκλαιγε – την τελευταία ήταν θυμωμένος.
«Γύρνα πίσω! Τι θα πούμε στον κόσμο;»
«Δεν με νοιάζει πια ο κόσμος», του απάντησα ήρεμα.
Η κυρία Ελένη δεν με πήρε ποτέ τηλέφωνο.
Τώρα, δύο χρόνια μετά, κάθομαι στο ίδιο μπαλκόνι όπου κάποτε ονειρευόμουν μια άλλη ζωή και αναρωτιέμαι: Άξιζε τελικά όλη αυτή η μάχη; Μπορεί μια γυναίκα στην Ελλάδα του σήμερα να ξεφύγει από τις προσδοκίες των άλλων χωρίς να πληρώσει βαρύ τίμημα;
Εσείς τι λέτε; Θα βρίσκατε τη δύναμη να φύγετε από μια ζωή που σας φυλακίζει;