«Βρήκα στην τσέπη του το λογαριασμό που δεν εξηγείται» – Μια νύχτα που άλλαξε τα πάντα
«Τι είναι αυτό, Νίκο;» Η φωνή μου έτρεμε, ενώ κρατούσα το χαρτί με τα δάχτυλά μου να ασπρίζουν από την ένταση. Εκείνος, καθισμένος στον καναπέ με το κινητό στο χέρι, σήκωσε το βλέμμα του αργά. Τα μάτια του σκοτείνιασαν, σαν να ήξερε ήδη τι κρατούσα.
«Τι εννοείς;» προσπάθησε να το παίξει αδιάφορος, αλλά το βλέμμα του καρφώθηκε στο λογότυπο του ξενοδοχείου. Ένα boutique ξενοδοχείο δίπλα στον Αχελώο, με πακέτο «Love Story» – διαμονή σε σουίτα, δείπνο για δύο, prosecco στο δωμάτιο, αργό check-out. Η ημερομηνία ήταν το προηγούμενο Σαββατοκύριακο. Το ίδιο Σαββατοκύριακο που μου είπε ότι θα πήγαινε στη Λάρισα για δουλειά.
Η καρδιά μου χτυπούσε τόσο δυνατά που νόμιζα πως θα σπάσει. Τα μάτια μου γέμισαν δάκρυα, αλλά δεν ήθελα να του δώσω αυτή την ικανοποίηση. «Ποια είναι;» ψιθύρισα, σχεδόν χωρίς φωνή.
Ο Νίκος σηκώθηκε απότομα. «Δεν είναι αυτό που νομίζεις, Μαρία. Άσε με να σου εξηγήσω.»
«Εξήγησέ μου, λοιπόν!» φώναξα, και η φωνή μου αντήχησε στο μικρό μας σαλόνι. Η κόρη μας, η Ελένη, ήταν στο δωμάτιό της και ευχόμουν να μην είχε ακούσει τίποτα. Η μάνα μου, που έμενε μαζί μας τα τελευταία χρόνια, ήταν στην κουζίνα και σίγουρα είχε καταλάβει ότι κάτι δεν πήγαινε καλά.
Ο Νίκος έτριψε το πρόσωπό του με τα χέρια του. «Ήταν… μια στιγμή αδυναμίας. Δεν ξέρω τι να σου πω. Δεν ήθελα να σε πληγώσω.»
Ένιωσα το πάτωμα να φεύγει κάτω από τα πόδια μου. Δώδεκα χρόνια γάμου, τόσες δυσκολίες, τόσες θυσίες. Πάντα πίστευα ότι ήμασταν μαζί σε όλα. Πώς μπόρεσε να το κάνει αυτό;
«Ποια είναι;» ξαναρώτησα, αυτή τη φορά πιο ήρεμα, αλλά με μια ψυχρότητα που δεν είχα ξανανιώσει ποτέ.
«Η Δήμητρα από τη δουλειά. Ήταν μια βλακεία, Μαρία. Δεν σημαίνει τίποτα.»
Γέλασα πικρά. «Δεν σημαίνει τίποτα; Ένα σαββατοκύριακο σε ξενοδοχείο, δείπνο, prosecco, δεν σημαίνει τίποτα;»
Η μάνα μου μπήκε στο σαλόνι, σκουπίζοντας τα χέρια της στην ποδιά της. «Τι έγινε, παιδιά;» ρώτησε, με το βλέμμα της να πηγαίνει από μένα στον Νίκο.
«Τίποτα, μάνα. Μια συζήτηση έχουμε,» απάντησα, προσπαθώντας να κρατήσω τη φωνή μου σταθερή. Η Ελένη βγήκε από το δωμάτιό της, με τα μαλλιά της ανακατεμένα και τα μάτια της γεμάτα ανησυχία. «Μαμά, τι συμβαίνει;»
«Τίποτα, αγάπη μου. Πήγαινε μέσα.»
Ο Νίκος με κοίταξε ικετευτικά. «Σε παρακαλώ, Μαρία. Μην το κάνεις αυτό μπροστά στη μικρή.»
«Εσύ το έκανες, Νίκο. Εσύ το ξεκίνησες.»
Η μάνα μου με τράβηξε στην άκρη. «Μαρία, ηρέμησε. Μην πάρεις βιαστικές αποφάσεις. Οι άντρες κάνουν λάθη. Να σκεφτείς το παιδί.»
Ένιωσα το αίμα να ανεβαίνει στο κεφάλι μου. Πόσες φορές είχα ακούσει αυτή τη φράση; Να σκεφτώ το παιδί. Να σκεφτώ την οικογένεια. Κι εγώ; Ποιος θα σκεφτεί εμένα;
Το βράδυ, αφού όλοι είχαν κοιμηθεί, κάθισα μόνη στην κουζίνα. Το φως από το ψυγείο έπεφτε πάνω στο λογαριασμό που κρατούσα ακόμα στα χέρια μου. Θυμήθηκα τα χρόνια που γνωριστήκαμε με τον Νίκο. Ήμουν φοιτήτρια στη Θεσσαλονίκη, εκείνος δούλευε ήδη σε μια εταιρεία πληροφορικής. Ερωτευτήκαμε τρελά, παντρευτήκαμε γρήγορα, κάναμε την Ελένη. Τα πρώτα χρόνια ήταν δύσκολα – δουλειές με χαμηλούς μισθούς, ενοίκια, λογαριασμοί. Πάντα όμως ήμασταν μαζί. Ή έτσι νόμιζα.
Τους τελευταίους μήνες, ο Νίκος ήταν απόμακρος. Πάντα κουρασμένος, πάντα με το κινητό στο χέρι, πάντα με μια δικαιολογία για να λείπει. Εγώ, πνιγμένη στη δουλειά, στο σπίτι, στη φροντίδα της μάνας μου που είχε αρχίσει να ξεχνάει πράγματα. Δεν είχα χρόνο ούτε να σκεφτώ τον εαυτό μου. Και τώρα, αυτό.
Την επόμενη μέρα, πήγα στη δουλειά σαν ρομπότ. Οι συνάδελφοι με ρώτησαν αν είμαι καλά. Χαμογέλασα ψεύτικα. Στο διάλειμμα, η φίλη μου η Κατερίνα με τράβηξε στην άκρη. «Τι έχεις; Σαν φάντασμα είσαι.»
Της τα είπα όλα. Έκλαψα στην αγκαλιά της, όπως είχα να κλάψω από τότε που πέθανε ο πατέρας μου. «Και τώρα;» με ρώτησε. «Τι θα κάνεις;»
Δεν ήξερα. Η μάνα μου επέμενε να κάνω υπομονή. Η Κατερίνα έλεγε να μην τον συγχωρήσω. Η καρδιά μου έλεγε να φύγω, αλλά το μυαλό μου σκεφτόταν την Ελένη, το σπίτι, τα δάνεια, τη δουλειά μου που δεν φτάνει για όλα.
Το βράδυ, ο Νίκος προσπάθησε να μιλήσουμε. «Σε παρακαλώ, Μαρία. Ήταν λάθος. Θέλω να το παλέψουμε.»
«Πώς να το παλέψουμε, Νίκο; Πώς να σε ξαναεμπιστευτώ;»
«Για την Ελένη. Για εμάς.»
«Για εμάς; Ή για να μη χάσεις την ασφάλεια του σπιτιού;»
Σιωπή. Ήξερα ότι είχε δίκιο. Ήξερα όμως και πόσο φοβόμουν να μείνω μόνη. Η μάνα μου δεν θα άντεχε άλλο ένα σοκ. Η Ελένη ήταν μικρή. Κι εγώ; Εγώ ήμουν κουρασμένη. Κουρασμένη να παλεύω για όλους, εκτός από μένα.
Τις επόμενες μέρες, το σπίτι ήταν γεμάτο σιωπές. Ο Νίκος προσπαθούσε να δείξει ότι νοιάζεται – έφερνε λουλούδια, μαγείρευε, πήγαινε την Ελένη σχολείο. Η μάνα μου έκανε πως δεν καταλαβαίνει, αλλά κάθε τόσο με κοιτούσε με εκείνο το βλέμμα που λέει «κάνε υπομονή». Η Ελένη με ρωτούσε κάθε βράδυ αν όλα είναι καλά.
Ένα απόγευμα, καθώς έπλενα τα πιάτα, η Ελένη ήρθε και με αγκάλιασε. «Μαμά, θα φύγει ο μπαμπάς;»
Έσκυψα και την κοίταξα στα μάτια. «Δεν ξέρω, αγάπη μου. Αλλά ό,τι κι αν γίνει, εγώ θα είμαι πάντα εδώ για σένα.»
Εκείνο το βράδυ, πήρα μια απόφαση. Θα μιλούσα με τον Νίκο, όχι σαν πληγωμένη γυναίκα, αλλά σαν άνθρωπος που αξίζει σεβασμό. «Θέλω να πάμε σε σύμβουλο γάμου. Αν θες να μείνεις, θα παλέψεις. Αλλιώς, να φύγεις.»
Συμφώνησε. Δεν ξέρω αν το έκανε γιατί το ήθελε ή γιατί φοβήθηκε να μείνει μόνος. Αλλά για πρώτη φορά μετά από καιρό, ένιωσα ότι είχα πάρει πίσω λίγη από τη δύναμή μου.
Πέρασαν μήνες. Οι πληγές δεν έκλεισαν, αλλά έμαθα να ζω με αυτές. Ο Νίκος προσπαθούσε, αλλά η εμπιστοσύνη δεν ξαναχτίζεται εύκολα. Η μάνα μου συνέχισε να λέει «κάνε υπομονή». Η Κατερίνα με στήριζε. Η Ελένη μεγάλωνε και με ρωτούσε λιγότερα.
Κάποιες νύχτες, ξαγρυπνώ και σκέφτομαι: αξίζει να μένουμε σε μια σχέση μόνο για το παιδί; Ή μήπως πρέπει να βρούμε το θάρρος να ζήσουμε για εμάς; Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου;