«Θα κάνω όσα παιδιά θέλω»: Η ιστορία μιας διχασμένης οικογένειας από την Πάτρα
«Δεν θα μου πεις εσύ τι θα κάνω με τη ζωή μου!» φώναξε η Κατερίνα, με τα μάτια της να γυαλίζουν από θυμό και πείσμα. Ήταν βράδυ, καθόμασταν στο μικρό σαλόνι του πατρικού μας στην Πάτρα, και ο αέρας μύριζε ακόμα από το φαγητό που είχε μαγειρέψει η μάνα μας. Εγώ, ο Νίκος, ο μεγάλος αδερφός, προσπαθούσα να κρατήσω τη φωνή μου χαμηλή, αλλά μέσα μου έβραζα.
«Κατερίνα, δεν είναι θέμα δικό μου ή δικό σου. Είναι θέμα όλης της οικογένειας. Πώς θα τα βγάλεις πέρα με τέσσερα παιδιά; Ο Γιάννης δουλεύει μεροκάματο, εσύ δεν έχεις σταθερή δουλειά…», της είπα, προσπαθώντας να ακουστώ λογικός. Εκείνη όμως είχε ήδη πάρει τις αποφάσεις της.
Η Κατερίνα ήταν πάντα το πεισματάρικο παιδί της οικογένειας. Από μικρή ήθελε να ξεχωρίζει, να κάνει τα πράγματα με τον δικό της τρόπο. Όταν γνώρισε τον Γιάννη, όλοι χαρήκαμε – καλό παιδί, ήσυχος, εργατικός. Παντρεύτηκαν νωρίς, στα 23 της εκείνη, 25 εκείνος. Το πρώτο παιδί ήρθε σχεδόν αμέσως. Μετά το δεύτερο, άρχισαν τα σχόλια από τους συγγενείς: «Πολύ γρήγορα τα κάνετε», «Σκεφτείτε λίγο και το μέλλον σας».
Η μάνα μας, η κυρία Μαρία, ανησυχούσε διαρκώς. «Παιδί μου», της έλεγε, «δεν είναι εύκολοι οι καιροί. Τα έξοδα τρέχουν, τα παιδιά θέλουν φροντίδα». Ο πατέρας μας, ο κύριος Σπύρος, ήταν πιο σιωπηλός αλλά φαινόταν στο βλέμμα του η αγωνία.
Όσο περνούσαν τα χρόνια και τα παιδιά αυξάνονταν –τρία, τέσσερα– το σπίτι της Κατερίνας γέμιζε φωνές και γέλια αλλά και φασαρία και άγχος. Ο Γιάννης δούλευε σε οικοδομή, μεροκάματο που ποτέ δεν ήταν αρκετό. Η Κατερίνα έκανε περιστασιακές δουλειές – καθαρίστρια σε σπίτια, λίγο babysitting στη γειτονιά. Τα λεφτά δεν έφταναν ποτέ.
Κάθε φορά που πήγαινα να τους δω, έβλεπα την κούραση στα μάτια της. Τα παιδιά τριγυρνούσαν ξυπόλυτα στο μπαλκόνι, το ψυγείο μισοάδειο. Προσπαθούσα να βοηθήσω όσο μπορούσα – ψώνια, λίγα χρήματα κάτω από το τραπέζι – αλλά η Κατερίνα δεν ήθελε ελεημοσύνη.
«Δεν είμαι ανίκανη! Θα τα καταφέρω!», μου έλεγε κάθε φορά που πήγαινα να της αφήσω κάτι παραπάνω.
Οι καβγάδες μας έγιναν πιο συχνοί. Μια μέρα, μετά από έναν έντονο διάλογο στο τηλέφωνο, η Κατερίνα με απέκλεισε από τη ζωή της για μήνες. Η μάνα μας έκλαιγε κρυφά τα βράδια. Ο πατέρας μας προσπαθούσε να κρατήσει ισορροπίες.
Στην Πάτρα όλοι ξέρουν όλους. Τα κουτσομπολιά δεν άργησαν: «Η Κατερίνα πάλι έγκυος;», «Πώς θα μεγαλώσει τόσα παιδιά;», «Ο Νίκος δεν τη βοηθάει;». Ένιωθα πως όλη η πόλη είχε άποψη για την οικογένειά μας.
Μια μέρα, ο πατέρας μας αρρώστησε βαριά. Βρεθήκαμε όλοι στο νοσοκομείο – εγώ, η Κατερίνα με τα παιδιά της, η μάνα μας. Εκείνη τη νύχτα, καθισμένοι σε ένα παγκάκι έξω από τα επείγοντα, μιλήσαμε αληθινά για πρώτη φορά μετά από καιρό.
«Νίκο», μου είπε χαμηλόφωνα η Κατερίνα, «ξέρω ότι ανησυχείς για μένα. Αλλά αυτά τα παιδιά είναι η ζωή μου. Δεν μπορώ να φανταστώ τον εαυτό μου χωρίς αυτά.»
Την κοίταξα στα μάτια και είδα μια γυναίκα κουρασμένη αλλά αποφασισμένη. Θυμήθηκα τα δικά μας παιδικά χρόνια – τότε που παίζαμε στην αυλή του σπιτιού μας και ονειρευόμασταν μεγάλες οικογένειες.
«Κατερίνα», της είπα τελικά, «ίσως δεν έχω το δικαίωμα να σου λέω τι να κάνεις. Αλλά φοβάμαι για σένα. Φοβάμαι μην εξαντληθείς.»
Γύρισε το βλέμμα της αλλού. «Κι εγώ φοβάμαι», ψιθύρισε. «Αλλά προτιμώ να παλεύω για κάτι που αγαπώ παρά να ζω με τύψεις.»
Ο πατέρας μας έφυγε λίγες μέρες μετά. Η απώλεια αυτή μας έφερε πιο κοντά – όχι όπως πριν, αλλά με μια νέα κατανόηση. Η Κατερίνα συνέχισε τον δρόμο της. Εγώ προσπαθώ ακόμα να βρω τη θέση μου ανάμεσα στην αγάπη και την ανησυχία.
Σήμερα, όταν βλέπω την αδερφή μου με τα παιδιά της στην πλατεία της γειτονιάς – κουρασμένη αλλά χαμογελαστή – αναρωτιέμαι: Μήπως τελικά το μόνο που χρειάζεται μια οικογένεια είναι αγάπη; Ή μήπως κάποιες φορές πρέπει να βάζουμε όρια στους ανθρώπους που αγαπάμε; Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου;