Βοήθησα την πρώην νύφη μου και ο γιος μου με διέγραψε από τη ζωή του. Έκανα λάθος;

«Μαμά, δεν το πιστεύω ότι το έκανες αυτό! Πώς μπόρεσες;»

Η φωνή του Κώστα αντηχεί ακόμα στ’ αυτιά μου, σαν να μην πέρασε ούτε λεπτό από εκείνο το βράδυ. Στεκόταν στην πόρτα του σαλονιού, τα μάτια του γεμάτα θυμό και απογοήτευση. Εγώ, με τα χέρια μου να τρέμουν, προσπαθούσα να βρω λόγια να του εξηγήσω. Μα τι να πεις όταν ο ίδιος σου ο γιος σε κοιτάζει σαν να είσαι ξένη;

Όλα ξεκίνησαν πριν τρεις μήνες, όταν η Μαρία, η πρώην νύφη μου, χτύπησε την πόρτα μου. Ήταν βράδυ, ψιλόβρεχε, και το πρόσωπό της ήταν πρησμένο από το κλάμα. «Συγγνώμη που έρχομαι έτσι, αλλά δεν έχω πού να πάω», μου είπε με μια φωνή που μόλις ακουγόταν. Δεν σκέφτηκα ούτε στιγμή. Την έβαλα μέσα, της έφτιαξα ένα χαμομήλι και της έστρωσα το κρεβάτι στο παλιό δωμάτιο του Κώστα. Ήξερα ότι ο γιος μου δεν θα το ενέκρινε, αλλά δεν άντεχα να αφήσω έναν άνθρωπο που πονάει έξω στη βροχή.

Η Μαρία και ο Κώστας ήταν παντρεμένοι πέντε χρόνια. Τους γνώρισα φοιτητές στη Θεσσαλονίκη, γελαστούς και ερωτευμένους. Όμως τα τελευταία δύο χρόνια, όλα άλλαξαν. Καβγάδες, σιωπές, αποστάσεις. Ο Κώστας βυθίστηκε στη δουλειά του, η Μαρία ένιωθε μόνη. Τελικά, χώρισαν. Ο γιος μου έφυγε από το σπίτι, βρήκε άλλη σύντροφο, και η Μαρία έμεινε μόνη με το μικρό τους, τον Παναγιώτη.

Όταν ήρθε σε μένα, δεν ήθελε να με βάλει σε δύσκολη θέση. «Ξέρω ότι ο Κώστας δεν θα χαρεί αν μάθει πως είμαι εδώ», μου είπε. «Αλλά δεν έχω πού να αφήσω τον μικρό, και το ενοίκιο δεν το βγάζω πέρα». Την κοίταξα στα μάτια και είδα μια γυναίκα που προσπαθεί να σταθεί όρθια για το παιδί της. Δεν μπορούσα να της γυρίσω την πλάτη. Της είπα να μείνει όσο χρειαστεί.

Τις πρώτες μέρες, όλα κυλούσαν ήσυχα. Ο Παναγιώτης γέμισε το σπίτι με γέλια και φωνές. Ξαναθυμήθηκα πώς είναι να ακούς παιδικά βήματα στο διάδρομο, να φτιάχνεις πρωινό για δύο. Η Μαρία βοηθούσε όσο μπορούσε, έψαχνε δουλειά, μαγείρευε, με ρωτούσε αν με ενοχλεί που μένουν μαζί μου. Εγώ ένιωθα ότι κάνω το σωστό. Μέχρι που το έμαθε ο Κώστας.

Με πήρε τηλέφωνο ένα απόγευμα. Η φωνή του ψυχρή, κοφτή. «Μαμά, αλήθεια μένει η Μαρία σπίτι σου;» Δεν πρόλαβα να απαντήσω. «Δεν το πιστεύω! Μετά από όλα όσα περάσαμε, εσύ διαλέγεις αυτήν αντί για μένα;» Προσπάθησα να του εξηγήσω, να του πω πως δεν διαλέγω κανέναν, πως απλά βοηθάω έναν άνθρωπο που έχει ανάγκη. Μα δεν άκουγε. «Δεν θέλω να σε ξαναδώ. Για μένα τελείωσες», μου είπε και έκλεισε το τηλέφωνο.

Έμεινα να κοιτάζω το ακουστικό, τα χέρια μου να τρέμουν. Η Μαρία με βρήκε να κλαίω στην κουζίνα. «Να φύγω, κυρία Ελένη. Δεν θέλω να σας φέρω σε δύσκολη θέση», μου είπε. Της είπα όχι. «Εσύ και ο μικρός είστε οικογένεια. Δεν μπορώ να σας αφήσω». Μα μέσα μου, η ενοχή με έπνιγε.

Οι μέρες περνούσαν βαριές. Ο Κώστας δεν απαντούσε στα μηνύματά μου. Ούτε στα τηλέφωνα. Η αδερφή μου, η θεία Σοφία, με μάλωσε. «Έπρεπε να σκεφτείς τον γιο σου πρώτα. Η Μαρία δεν είναι πια δική μας». Της απάντησα πως για μένα, όποιος αγαπάει το παιδί μου, είναι πάντα δικός μου. Εκείνη κούνησε το κεφάλι της. «Στην Ελλάδα, η μάνα πρέπει να κρατάει ισορροπίες. Μην ξεχνάς ποια είσαι».

Άρχισα να αμφιβάλλω για όλα. Έκανα λάθος που βοήθησα τη Μαρία; Έπρεπε να σκεφτώ μόνο τον Κώστα; Μα πώς να αφήσω ένα παιδί χωρίς στέγη; Πώς να διώξω μια γυναίκα που με παρακαλούσε με τα μάτια;

Μια μέρα, ο Κώστας ήρθε ξαφνικά στο σπίτι. Άνοιξε την πόρτα με τα κλειδιά του, μπήκε φουριόζος. Η Μαρία ήταν στην κουζίνα, εγώ καθάριζα φασολάκια. «Τι γίνεται εδώ;» φώναξε. Ο Παναγιώτης έτρεξε να τον αγκαλιάσει, μα εκείνος τον έσπρωξε απαλά. «Δεν είναι σωστό αυτό, μαμά! Με προδίδεις!»

«Κώστα, δεν σε πρόδωσα. Απλά βοηθάω τη Μαρία και το παιδί σας. Δεν μπορώ να τους αφήσω στο δρόμο», του είπα με όση ψυχραιμία είχα. Εκείνος όμως δεν άκουγε. «Είσαι με το μέρος της! Εγώ δεν υπάρχω για σένα;»

Η Μαρία έβαλε τα κλάματα. «Σε παρακαλώ, Κώστα, δεν θέλω να τσακωθείτε για μένα. Θα φύγω». Ο Κώστας γύρισε και της είπε: «Έπρεπε να είχες φύγει από καιρό». Με κοίταξε με μάτια γεμάτα πόνο. «Για μένα, δεν υπάρχεις πια».

Έφυγε χτυπώντας την πόρτα. Από τότε, δεν τον ξαναείδα. Ούτε τηλέφωνο, ούτε μήνυμα. Τα Χριστούγεννα πέρασαν χωρίς εκείνον. Ο Παναγιώτης με ρωτούσε πού είναι ο μπαμπάς του. Η Μαρία βρήκε τελικά δουλειά σε ένα φροντιστήριο και νοίκιασε ένα μικρό διαμέρισμα. Έφυγαν από το σπίτι μου, αλλά η σιωπή του Κώστα με βαραίνει ακόμα.

Κάθε βράδυ κάθομαι στο μπαλκόνι και σκέφτομαι. Έκανα λάθος που βοήθησα την πρώην νύφη μου; Έπρεπε να διαλέξω τον γιο μου, ακόμα κι αν αυτό σήμαινε να αφήσω ένα παιδί χωρίς στέγη; Ή μήπως η αγάπη της μάνας είναι να αγκαλιάζει όποιον έχει ανάγκη, ακόμα κι αν πληγώνει το ίδιο της το παιδί;

Αναρωτιέμαι: Υπάρχει σωστό και λάθος σε τέτοιες καταστάσεις; Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου;