Ανάμεσα σε δύο φωτιές: Πώς αναγκάστηκα να διαλέξω ανάμεσα στην κόρη μου και τον πατριό μου

«Μαμά, γιατί πρέπει να μένουμε εδώ; Δεν αντέχω άλλο!» Η φωνή της Μαρίας αντηχεί ακόμα στ’ αυτιά μου, γεμάτη θυμό και απόγνωση. Ήταν βράδυ, το σπίτι μύριζε φάρμακο και υγρασία, κι εγώ στεκόμουν ανάμεσα στην κόρη μου και τον πατριό μου, τον κύριο Σταύρο, που έβηχε βαριά στο διπλανό δωμάτιο.

Πώς να της εξηγήσω; Πώς να της πω ότι δεν έχω άλλη επιλογή; Ότι η σύνταξή μου δεν φτάνει ούτε για τα βασικά, ότι ο πατέρας της μας άφησε πριν χρόνια για μια άλλη ζωή στη Γερμανία κι ότι ο μόνος άνθρωπος που με στήριξε ποτέ ήταν αυτός ο γέρος που τώρα χρειάζεται εμένα;

«Μαρία, σε παρακαλώ…» προσπάθησα να κρατήσω τη φωνή μου σταθερή. «Ο παππούς είναι άρρωστος. Δεν έχουμε πού αλλού να πάμε.»

Η Μαρία με κοίταξε με μάτια γεμάτα δάκρυα. «Δεν είναι παππούς μου! Δεν τον αντέχω! Φωνάζει, με προσβάλλει… Δεν βλέπεις πώς μου φέρεται;»

Ένιωσα το στομάχι μου να σφίγγεται. Ήξερα πως είχε δίκιο. Ο κύριος Σταύρος, μετά το εγκεφαλικό, είχε γίνει δύστροπος, καχύποπτος, συχνά προσβλητικός. Έβγαζε τα νεύρα του πάνω στη Μαρία, ίσως γιατί του θύμιζε τον πατέρα της που ποτέ δεν συμπάθησε. Κι εγώ, ανάμεσα σε δύο φωτιές: από τη μια η κόρη μου, το παιδί μου, το αίμα μου· από την άλλη ο άνθρωπος που με μεγάλωσε όταν η μάνα μου πέθανε νωρίς.

«Δεν μπορώ άλλο, μαμά…» ψιθύρισε η Μαρία και χώθηκε στο δωμάτιό της.

Έμεινα μόνη στην κουζίνα, με τα πιάτα άπλυτα και το ρολόι να χτυπάει βασανιστικά. Έβαλα τα χέρια στο πρόσωπο και άφησα τα δάκρυα να τρέξουν. Πόσες φορές είχα ευχηθεί να είχα μια αδερφή ή έναν αδερφό να μοιραστώ αυτό το βάρος; Πόσες φορές είχα ζηλέψει τις οικογένειες που έβλεπα στις λαϊκές σειρές της τηλεόρασης, που είχαν γιαγιάδες να μαγειρεύουν και παππούδες να γελάνε με τα εγγόνια τους;

Το κινητό χτύπησε. Ήταν η θεία Ελένη.

«Τι κάνετε;» ρώτησε με τη φωνή της πάντα βιαστική.

«Όπως πάντα…» απάντησα κουρασμένα.

«Η Μαρία είναι καλά;»

«Όχι… Δεν αντέχει άλλο εδώ.»

Άκουσα ένα βαθύ αναστεναγμό από την άλλη άκρη. «Κοίτα, ξέρω ότι είναι δύσκολο. Αλλά ο Σταύρος δεν έχει κανέναν άλλον. Αν τον αφήσεις μόνο του…»

«Ξέρω τι θα πεις, θεία. Αλλά η Μαρία είναι παιδί! Δεν φταίει σε τίποτα!»

«Κανείς δεν φταίει…» είπε σιγανά. «Αλλά κάποιος πρέπει να κάνει τη δύσκολη επιλογή.»

Έκλεισα το τηλέφωνο χωρίς να απαντήσω. Πήγα στο δωμάτιο του κυρίου Σταύρου. Ήταν ξαπλωμένος, τα μάτια του καρφωμένα στο ταβάνι.

«Θέλεις κάτι;» τον ρώτησα μαλακά.

«Να φύγετε θέλω! Να μ’ αφήσετε ήσυχο!» γρύλισε.

Έσφιξα τα χείλη μου. «Δεν μπορούμε να φύγουμε. Δεν έχεις κανέναν άλλον.»

Γύρισε το κεφάλι του από την άλλη. «Καλύτερα μόνος παρά με εσάς εδώ μέσα! Η μικρή σου είναι αγενής! Δεν σέβεται τίποτα!»

Ένιωσα το αίμα να ανεβαίνει στο κεφάλι μου. «Είναι παιδί! Τι περιμένεις;»

Σηκώθηκε απότομα στο κρεβάτι. «Να μάθει τρόπους! Να μην τριγυρνάει σαν αδέσποτο!»

Έφυγα τρέχοντας από το δωμάτιο πριν ξεσπάσω. Πήγα στη Μαρία. Καθόταν στο κρεβάτι της με ακουστικά στ’ αυτιά και κοίταζε το ταβάνι.

«Συγγνώμη…» ψιθύρισα.

Με κοίταξε χωρίς να μιλήσει.

«Θα προσπαθήσω να βρω λύση…»

Γύρισε από την άλλη.

Τι λύση όμως; Τα οικονομικά μας ήταν τραγικά. Δούλευα καθαρίστρια σε ένα σχολείο για 400 ευρώ το μήνα. Τα λεφτά του κυρίου Σταύρου πήγαιναν όλα σε φάρμακα και λογαριασμούς. Είχαμε κάνει αίτηση για βοήθεια από τον Δήμο αλλά η λίστα αναμονής ήταν τεράστια.

Τις επόμενες μέρες η ένταση μεγάλωσε. Ο κύριος Σταύρος φώναζε για το παραμικρό: για το φαγητό που δεν ήταν όπως το ήθελε, για τη Μαρία που μιλούσε στο τηλέφωνο δυνατά, για μένα που αργούσα στη δουλειά. Η Μαρία έκλαιγε κάθε βράδυ. Μια μέρα γύρισα σπίτι και τη βρήκα να μαζεύει ρούχα σε μια τσάντα.

«Φεύγω!» είπε αποφασιστικά.

«Πού θα πας;» ρώτησα τρομαγμένη.

«Στην Άννα! Η μαμά της είπε πως μπορώ να μείνω εκεί όσο θέλω!»

Ένιωσα τα πόδια μου να κόβονται. «Μαρία…»

«Δεν αντέχω άλλο! Δεν θέλω να γυρίσω ποτέ εδώ!»

Την άφησα να φύγει. Τι άλλο μπορούσα να κάνω; Την επόμενη μέρα πήγα στη δουλειά σαν ρομπότ. Οι συνάδελφοι με ρωτούσαν τι έχω αλλά δεν απαντούσα. Το βράδυ γύρισα σ’ ένα άδειο σπίτι. Ο κύριος Σταύρος ούτε που κατάλαβε ότι έλειπε η Μαρία.

Τρεις μέρες μετά ήρθε η κοινωνική λειτουργός του Δήμου. Της είπα όλη την αλήθεια: για την κόρη μου που έφυγε, για τον πατριό μου που δεν αντέχω άλλο να φροντίζω μόνη μου.

«Χρειάζεστε βοήθεια και οι δύο», είπε αυστηρά.

«Δεν υπάρχει κανείς άλλος», απάντησα πικρά.

Μετά από πολλές συζητήσεις, βρέθηκε μια θέση σε γηροκομείο για τον κύριο Σταύρο. Τον πήγα εκεί με βαριά καρδιά – έκλαιγε σαν μικρό παιδί όταν τον αποχαιρετούσα.

Η Μαρία γύρισε σπίτι μετά από μια εβδομάδα. Ήταν ψυχρή μαζί μου στην αρχή.

«Με πρόδωσες», είπε ένα βράδυ.

«Έκανα ό,τι μπορούσα», απάντησα με δάκρυα στα μάτια.

Πέρασαν μήνες μέχρι να ξαναβρούμε ισορροπία. Ο κύριος Σταύρος πέθανε ήσυχα στο γηροκομείο λίγους μήνες μετά. Η Μαρία μεγάλωσε απότομα – έγινε πιο κλειστή αλλά και πιο δυνατή.

Συχνά αναρωτιέμαι: Άραγε έκανα το σωστό; Μπορεί μια μάνα ποτέ να μην πληγωθεί όταν πρέπει να διαλέξει ανάμεσα σε δύο αγάπες; Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου;