Όλα τα έδωσα στον γιο μου, κι εκείνος με ξέχασε: Η ιστορία μιας μάνας από την Ελλάδα

«Γιατί, Νίκο; Γιατί δεν απαντάς στα τηλέφωνά μου;» ψιθύρισα, κρατώντας το κινητό σφιχτά στο χέρι μου, ενώ το φως του δειλινού έπεφτε πάνω στο παλιό τραπέζι της κουζίνας. Η φωνή μου έσπασε, γεμάτη απόγνωση και θυμό. Ήταν η τρίτη μέρα που προσπαθούσα να επικοινωνήσω μαζί του, μα εκείνος, ο γιος μου, ο μοναδικός μου άνθρωπος, είχε χαθεί από τη ζωή μου σαν να μην υπήρξα ποτέ.

Με λένε Ελένη. Γεννήθηκα σε ένα μικρό χωριό έξω από τη Λαμία, σε μια εποχή που οι γυναίκες μάθαιναν να αντέχουν, να σκύβουν το κεφάλι και να παλεύουν σιωπηλά. Παντρεύτηκα τον Γιώργο στα είκοσί μου, έναν άντρα σκληρό, που πίστευε πως το καθήκον του ήταν να φέρνει το ψωμί στο σπίτι και το δικό μου να το ζυμώνω. Όταν γεννήθηκε ο Νίκος, ο κόσμος μου γέμισε φως. Ήταν το παιδί που περίμενα, το στήριγμά μου, η ελπίδα μου πως κάτι καλύτερο θα έρθει.

Ο Γιώργος έφυγε νωρίς, από καρδιά. Έμεινα μόνη με ένα παιδί και ένα σπίτι που έσταζε από παντού. Δούλευα στα χωράφια, στα σπίτια των πλουσίων της Λαμίας, καθάριζα σκάλες, έπλενα ρούχα, έκανα ό,τι μπορούσα για να μη λείψει τίποτα στον Νίκο. Θυμάμαι ακόμα τα βράδια που γύριζα κατάκοπη, κι εκείνος με περίμενε με τα βιβλία του ανοιχτά, να μου διαβάζει όσα έμαθε στο σχολείο. «Θα γίνω γιατρός, μάνα. Θα σε πάρω στην Αθήνα, θα σου έχω όλα τα καλά», μου έλεγε με μάτια που έλαμπαν από όνειρα.

Τα χρόνια πέρασαν. Ο Νίκος διάβαζε ασταμάτητα, κι εγώ δούλευα διπλοβάρδιες για να πληρώσω τα φροντιστήρια. Δεν είχαμε τίποτα, μόνο ο ένας τον άλλον και μια ελπίδα. Όταν πέρασε στην Ιατρική Αθηνών, έκλαψα από χαρά και περηφάνια. Τον βοήθησα να βρει ένα μικρό δωμάτιο στου Ζωγράφου, του έστειλα ό,τι μπορούσα: φαγητό, λεφτά, αγάπη. Εκείνος σπάνια γύριζε στο χωριό. «Διάβασμα, μάνα, δεν προλαβαίνω», μου έλεγε στο τηλέφωνο.

Όταν πήρε το πτυχίο του, ήρθε για λίγο. Τον είδα να έχει αλλάξει. Τα ρούχα του ήταν ακριβά, το βλέμμα του μακρινό. «Θα μείνω στην Αθήνα, βρήκα δουλειά σε ιδιωτική κλινική», μου είπε. «Θα σε φέρω κι εσένα σύντομα». Πέρασαν μήνες, μετά χρόνια. Εγώ μόνη στο χωριό, εκείνος στην πρωτεύουσα. Τα τηλέφωνα λιγόστεψαν. Κάθε φορά που τον έπαιρνα, ήταν βιαστικός. «Έχω δουλειά, μάνα. Θα σε πάρω εγώ». Δεν με έπαιρνε ποτέ.

Οι γειτόνισσες με ρωτούσαν: «Τι κάνει ο Νίκος σου; Γιατί δεν έρχεται;» Κι εγώ χαμογελούσα ψεύτικα: «Δουλεύει πολύ το παιδί». Μα μέσα μου έκλαιγα. Ένιωθα πως είχα γίνει βάρος, πως η αγάπη μου τον έπνιγε. Κάθε βράδυ κοιμόμουν με το κινητό δίπλα στο μαξιλάρι, μήπως και με θυμηθεί.

Μια μέρα χτύπησε η πόρτα. Ήταν η Μαρία, η παλιά μου φίλη. «Ελένη, τον είδα τον Νίκο στην τηλεόραση! Έγινε διάσημος γιατρός! Μίλαγε για νέες θεραπείες!» Ένιωσα περηφάνια και πίκρα μαζί. Εκείνος είχε φτάσει ψηλά, κι εγώ ήμουν ακόμα εδώ, μόνη.

Πέρασε καιρός. Μια μέρα αρρώστησα βαριά. Το σώμα μου δεν άντεχε άλλο τη μοναξιά και τη σκληρή δουλειά. Πήγα στο νοσοκομείο της Λαμίας. Οι γιατροί με κοίταξαν με λύπηση: «Χρειάζεσαι φροντίδα, κυρία Ελένη. Έχεις κάποιον δικό σου;» Τους έδωσα το τηλέφωνο του Νίκου. Τον κάλεσαν μπροστά μου. «Νίκο, η μητέρα σου είναι άρρωστη», του είπαν. Άκουσα τη φωνή του ψυχρή: «Δεν μπορώ να έρθω τώρα. Έχω χειρουργείο».

Έμεινα στο νοσοκομείο μέρες. Κανείς δεν ήρθε. Μόνο η Μαρία με επισκεπτόταν. Μια μέρα, καθώς κοιτούσα από το παράθυρο το βουνό που μεγάλωσα, ένιωσα τα δάκρυά μου να κυλούν αθόρυβα. «Γιατί, Θεέ μου; Τι έκανα λάθος;»

Όταν βγήκα από το νοσοκομείο, γύρισα σε ένα σπίτι πιο άδειο από ποτέ. Οι γείτονες είχαν αρχίσει να ψιθυρίζουν: «Η Ελένη μόνη της θα πεθάνει». Ένα βράδυ, χτύπησε το τηλέφωνο. Ήταν ο Νίκος. «Μάνα…» Η φωνή του έτρεμε. «Έρχομαι αύριο». Δεν κοιμήθηκα εκείνο το βράδυ.

Την επόμενη μέρα ήρθε. Στεκόταν στην πόρτα σαν ξένος. Τα μάτια του κόκκινα. «Συγγνώμη», ψιθύρισε. «Συγγνώμη που σε ξέχασα…» Έπεσε στα γόνατα μπροστά μου. Τον αγκάλιασα σφιχτά, μα η καρδιά μου ήταν βαριά.

«Γιατί το έκανες αυτό;» τον ρώτησα με δάκρυα στα μάτια.

«Φοβόμουν… Φοβόμουν πως αν γυρίσω πίσω, θα θυμηθώ όλα όσα δεν μπορούσα να σου δώσω… Ότι δεν ήμουν ποτέ αρκετός για σένα», είπε με λυγμούς.

«Εσύ ήσουν πάντα αρκετός για μένα… Εγώ δεν ήμουν αρκετή για σένα;»

Πέρασαν μέρες που προσπαθούσαμε να βρούμε ξανά ο ένας τον άλλον. Ο Νίκος άρχισε να έρχεται συχνότερα στο χωριό, να με παίρνει μαζί του στην Αθήνα για εξετάσεις, να με φροντίζει όπως μπορούσε. Μα η πληγή είχε αφήσει σημάδι.

Σήμερα, καθώς κάθομαι στο ίδιο τραπέζι της κουζίνας και γράφω αυτή την ιστορία, σκέφτομαι: Μπορεί η αγάπη μιας μάνας να ξεχαστεί; Μπορεί ένα παιδί να γυρίσει ποτέ πραγματικά πίσω; Εσείς τι λέτε;