Όταν σου κλέβουν το όνειρο: Η ιστορία της Μαρίας από το γραφείο της Αθήνας

«Μαρία, μπορείς να περάσεις λίγο στο γραφείο μου;» Η φωνή του κυρίου Παπαδόπουλου, του διευθυντή μου, ακούστηκε ψυχρή και κοφτή από το τηλέφωνο. Ήταν η μέρα που περίμενα εδώ και μήνες. Η μέρα που θα μάθαινα αν θα έπαιρνα την προαγωγή που τόσο λαχταρούσα. Ένιωθα το στομάχι μου σφιγμένο, τα χέρια μου έτρεμαν ελαφρώς καθώς σηκώθηκα από το γραφείο μου. Η Ελένη, η συνάδελφος που καθόταν απέναντί μου, με κοίταξε με ένα αδιόρατο χαμόγελο. Δεν ήξερα τότε πόσο θα άλλαζε η ζωή μου μέσα στα επόμενα λεπτά.

«Κάθισε, Μαρία», είπε ο κύριος Παπαδόπουλος χωρίς να με κοιτάξει στα μάτια. Ένιωσα τον αέρα να βαραίνει γύρω μου. «Ξέρεις πόσο εκτιμώ τη δουλειά σου όλα αυτά τα χρόνια. Όμως… η διοίκηση αποφάσισε να δώσει τη θέση της υπεύθυνης τμήματος στην Ελένη.»

Ένιωσα το αίμα να παγώνει στις φλέβες μου. «Στην Ελένη;» ψιθύρισα, προσπαθώντας να συγκρατήσω τα δάκρυά μου. «Μα… εγώ…»

«Ξέρω, Μαρία. Ξέρω πόσο προσπάθησες. Αλλά η Ελένη έχει περισσότερη εμπειρία σε project management, λέει η διοίκηση. Μην το πάρεις προσωπικά.»

Βγήκα από το γραφείο του σαν υπνωτισμένη. Η Ελένη με περίμενε έξω, με ένα χαμόγελο που τώρα έμοιαζε ειρωνικό. «Συγγνώμη, Μαρία… Δεν ήθελα να γίνει έτσι», είπε ψιθυριστά, αλλά δεν μπόρεσα να της απαντήσω. Πέρασα δίπλα της χωρίς να την κοιτάξω.

Όλη μέρα ένιωθα σαν ξένο σώμα στο γραφείο. Οι υπόλοιποι συνάδελφοι με κοιτούσαν με λύπηση ή αδιαφορία. Κανείς δεν ήξερε τι να πει. Στο μυαλό μου στριφογύριζαν σκέψεις: Τόσα χρόνια σκληρής δουλειάς, τόσες υπερωρίες, τόσες θυσίες… Γιατί να μην είμαι αρκετή; Γιατί πάντα κάποιος άλλος να παίρνει αυτό που θέλω;

Το απόγευμα γύρισα σπίτι νωρίτερα από το συνηθισμένο. Η μητέρα μου καθόταν στο μπαλκόνι και καθάριζε φασολάκια για το βραδινό. «Ήρθες νωρίς σήμερα, κόρη μου! Τι έγινε;»

Δεν απάντησα αμέσως. Πήγα στο δωμάτιό μου και έκλεισα την πόρτα πίσω μου. Ένιωθα τα δάκρυα να κυλούν χωρίς να μπορώ να τα σταματήσω. Θυμήθηκα όλες τις φορές που έβαλα τη δουλειά πάνω από την οικογένεια και τους φίλους μου, όλες τις φορές που αρνήθηκα μια έξοδο για να τελειώσω μια αναφορά ή ένα excel.

Χτύπησε η πόρτα του δωματίου μου. «Μαρία; Τι έχεις;» Η φωνή της μητέρας μου ήταν γεμάτη ανησυχία.

«Τίποτα, μαμά… Απλά κουράστηκα», απάντησα ψέματα.

Το βράδυ, στο τραπέζι, ο πατέρας μου άρχισε πάλι τα ίδια: «Πρέπει να βρεις έναν καλό άντρα, Μαρία. Η δουλειά δεν είναι όλη η ζωή.»

«Άσε την ήσυχη», πετάχτηκε η μητέρα μου. «Η Μαρία ξέρει τι κάνει.»

«Ναι, βλέπω… Όλο δουλειά και τίποτα άλλο! Και τι κατάλαβες;» είπε ο πατέρας μου ειρωνικά.

Ένιωσα το πρόσωπό μου να καίει από ντροπή και θυμό. Ήθελα να ουρλιάξω: «Δεν καταλαβαίνετε τίποτα! Όλα όσα κάνω είναι για εμένα, όχι για εσάς!» Αλλά δεν είπα τίποτα. Κατάπια τα λόγια μου μαζί με το φαγητό.

Την επόμενη μέρα στη δουλειά, η Ελένη είχε ήδη μετακομίσει στο μεγάλο γραφείο με τη θέα στην Ακρόπολη. Οι υπόλοιποι συνάδελφοι έκαναν ουρά για να τη συγχαρούν. Κανείς δεν γύρισε να με κοιτάξει. Ένιωθα αόρατη.

Στο διάλειμμα, βγήκα στο μπαλκόνι του κτιρίου και κοίταξα την Αθήνα από ψηλά. Τα αυτοκίνητα έμοιαζαν με μυρμήγκια, οι άνθρωποι μικροσκοπικοί μέσα στη βουή της πόλης. Ένιωθα τόσο μόνη όσο ποτέ.

Ξαφνικά άκουσα βήματα πίσω μου. Ήταν ο Νίκος, ο μόνος συνάδελφος που θεωρούσα φίλο.

«Μαρία… Συγγνώμη για χθες. Ξέρω πόσο το ήθελες.»

«Δεν πειράζει, Νίκο», είπα προσπαθώντας να χαμογελάσω. «Έτσι είναι η ζωή.»

«Δεν είναι δίκαιο», είπε εκείνος σιγανά. «Όλοι ξέρουμε ποιος δούλευε πραγματικά εδώ μέσα.»

Ένιωσα ένα δάκρυ να κυλάει στο μάγουλό μου. Ο Νίκος άπλωσε το χέρι του και το έσφιξε απαλά.

Το ίδιο βράδυ, όταν γύρισα σπίτι, η μητέρα μου είχε ετοιμάσει γιουβαρλάκια – το αγαπημένο μου φαγητό όταν ήμουν παιδί. Κάθισα στο τραπέζι χωρίς όρεξη.

«Μαρία, πρέπει να μιλήσουμε», είπε η μητέρα μου σοβαρά όταν τελειώσαμε το φαγητό.

«Τι έγινε;»

«Ξέρω ότι στενοχωρήθηκες για τη δουλειά. Αλλά μην αφήσεις αυτό να σε καταστρέψει. Είσαι δυνατή κοπέλα.»

Τα λόγια της με συγκίνησαν περισσότερο απ’ όσο περίμενα. Έβαλα τα κλάματα μπροστά της.

«Μαμά… Δεν αντέχω άλλο αυτή την αδικία! Γιατί πάντα κάποιος άλλος παίρνει αυτό που αξίζω;»

Η μητέρα μου με αγκάλιασε σφιχτά.

«Η ζωή στην Ελλάδα δεν είναι εύκολη, κόρη μου. Πολλές φορές θα σε αδικήσουν – στη δουλειά, στην οικογένεια, παντού. Το θέμα είναι τι θα κάνεις μετά.»

Εκείνο το βράδυ δεν κοιμήθηκα σχεδόν καθόλου. Σκεφτόμουν αν αξίζει να συνεχίσω να παλεύω για τα όνειρά μου ή αν πρέπει απλά να συμβιβαστώ όπως τόσοι άλλοι γύρω μου.

Τις επόμενες μέρες προσπάθησα να κρατήσω το κεφάλι ψηλά στη δουλειά, αλλά τίποτα δεν ήταν ίδιο πια. Η Ελένη είχε αρχίσει ήδη να φέρεται σαν αφεντικό – απαιτητική, ψυχρή, χωρίς ίχνος ευγνωμοσύνης για όσα είχα κάνει για εκείνη όταν πρωτοήρθε στην εταιρεία.

Ένα απόγευμα, καθώς μάζευα τα πράγματά μου για να φύγω, άκουσα τυχαία δύο συναδέλφους να συζητούν:

«Λες η Ελένη να πήρε τη θέση επειδή έχει γνωριμίες στη διοίκηση;»

«Δεν ξέρω… Πάντως η Μαρία το άξιζε περισσότερο.»

Ένιωσα ένα κύμα πίκρας αλλά και μια μικρή ανακούφιση – δεν ήμουν μόνη στη σκέψη αυτή.

Στο σπίτι, οι εντάσεις συνέχιζαν. Ο πατέρας μου επέμενε πως πρέπει να παντρευτώ και να αφήσω τις φιλοδοξίες στην άκρη: «Η Ελλάδα δεν αλλάζει, Μαρία! Βρες έναν άντρα να σε φροντίζει και άσε τις ανοησίες!»

Η μητέρα μου προσπαθούσε να με στηρίξει αλλά κι εκείνη είχε κουραστεί από τους καβγάδες.

Ένα βράδυ ξέσπασα: «Δεν θέλω να παντρευτώ μόνο και μόνο για να πείτε ότι έκανα το σωστό! Θέλω κάτι δικό μου!»

Ο πατέρας μου σηκώθηκε από το τραπέζι και έφυγε χωρίς λέξη.

Την επόμενη μέρα στη δουλειά ο Νίκος με πλησίασε ξανά: «Μαρία, σκέφτεσαι ποτέ να φύγεις από εδώ; Να δοκιμάσεις κάτι δικό σου;»

Τον κοίταξα απορημένη: «Και πού να πάω; Εδώ είναι όλη η ζωή μου.»

«Ίσως αυτό είναι το πρόβλημα», είπε εκείνος χαμογελώντας λυπημένα.

Εκείνο το βράδυ στάθηκα μπροστά στον καθρέφτη του μπάνιου και κοίταξα τον εαυτό μου στα μάτια – κόκκινα από το κλάμα αλλά γεμάτα ακόμα μια σπίθα ελπίδας.

Αξίζει τελικά να παλεύουμε για τα όνειρά μας σε μια χώρα που μοιάζει να μας τα κλέβει κάθε μέρα; Ή μήπως πρέπει πρώτα να μάθουμε ποιο είναι πραγματικά το δικό μας όνειρο;