Όταν ο άντρας μου έχασε τη δουλειά του, η πεθερά μου αρνήθηκε να μας βοηθήσει – Τώρα που αρρώστησε, παλεύουμε να καλύψουμε τα έξοδά της
«Δεν θα σας δώσω ούτε ευρώ, Αλεξάνδρα. Να μάθετε να τα βγάζετε πέρα μόνοι σας.»
Η φωνή της κυρίας Μαρίας αντηχεί ακόμα στ’ αυτιά μου, σαν να την ακούω ξανά εκείνο το βράδυ που ο Νίκος γύρισε σπίτι με το βλέμμα χαμένο. Ήταν Μάρτιος, λίγο πριν το Πάσχα, και το εργοστάσιο όπου δούλευε έκλεισε ξαφνικά. Εγώ, με τον μισθό μου ως δασκάλα σε δημόσιο σχολείο, προσπαθούσα να κρατήσω το σπίτι όρθιο. Η κόρη μας, η Ελένη, μόλις είχε ξεκινήσει φροντιστήριο για τις Πανελλήνιες. Τα έξοδα έτρεχαν και οι λογαριασμοί στοιβάζονταν στο τραπέζι της κουζίνας.
«Μαμά, δεν έχουμε πια τίποτα στην άκρη. Ο Νίκος ψάχνει παντού για δουλειά. Δεν μπορείς να μας βοηθήσεις λίγο;» τη ρώτησα με φωνή που έτρεμε από ντροπή και αγωνία.
Εκείνη σηκώθηκε από την πολυθρόνα της, ίσιωσε το ταγιέρ της και με κοίταξε ψυχρά. «Εγώ μεγάλωσα μόνη μου τον γιο μου. Δεν χρωστάω τίποτα σε κανέναν. Να μάθετε να μην ξοδεύετε όσα δεν έχετε.»
Έφυγα από το σπίτι της με δάκρυα στα μάτια. Ο Νίκος δεν είπε τίποτα. Ήξερα πως μέσα του πονούσε περισσότερο από μένα.
Πέρασαν μήνες δύσκολοι. Ο Νίκος έκανε περιστασιακές δουλειές – φορτοεκφορτωτής στη λαχαναγορά, ντελίβερι με το παλιό μηχανάκι του ξαδέρφου του. Εγώ έκανα ιδιαίτερα μαθήματα τα απογεύματα για να συμπληρώσουμε το εισόδημα. Η Ελένη άρχισε να κλείνεται στον εαυτό της, να διαβάζει με τις ώρες και να αποφεύγει τις εξόδους με φίλους. Το σπίτι μας γέμισε σιωπές και βαριά βλέμματα.
Ένα βράδυ, καθώς έβαζα τα πιάτα στο νεροχύτη, ο Νίκος ήρθε κοντά μου.
«Συγγνώμη, Αλεξάνδρα. Δεν ήθελα να σε φέρω σ’ αυτή τη θέση.»
Γύρισα και τον κοίταξα στα μάτια. «Δεν φταις εσύ. Μαζί είμαστε σ’ αυτό.»
Η ζωή συνέχισε έτσι για σχεδόν δύο χρόνια. Κάποια στιγμή ο Νίκος βρήκε δουλειά σε μια αποθήκη, με λιγότερα χρήματα απ’ όσα έβγαζε παλιά, αλλά τουλάχιστον είχαμε μια σταθερότητα. Η Ελένη πέρασε στο Πανεπιστήμιο Αθηνών – περηφάνια και ανακούφιση μαζί.
Και τότε ήρθε το τηλεφώνημα.
Ήταν η θεία Κατερίνα, αδερφή της κυρίας Μαρίας.
«Αλεξάνδρα, η Μαρία είναι στο νοσοκομείο. Έπαθε εγκεφαλικό.»
Έτρεξα αμέσως εκεί. Η κυρία Μαρία ήταν ξαπλωμένη στο κρεβάτι, αδύναμη και φοβισμένη. Τα μάτια της έψαχναν τον Νίκο.
«Μαμά…» είπε εκείνος σιγανά και της έπιασε το χέρι.
Οι γιατροί μας ενημέρωσαν ότι θα χρειαστεί φυσικοθεραπείες, φάρμακα και συνεχή φροντίδα στο σπίτι. Τα έξοδα τεράστια – ούτε λόγος για βοήθεια από το κράτος ή τον ΕΟΠΥΥ για όλα αυτά.
Γυρίσαμε σπίτι αργά το βράδυ. Καθίσαμε γύρω από το τραπέζι – εγώ, ο Νίκος και η Ελένη.
«Τι θα κάνουμε;» ρώτησε η Ελένη διστακτικά.
Ο Νίκος έσκυψε το κεφάλι. «Δεν μπορώ να την αφήσω έτσι. Είναι μάνα μου.»
Ένιωσα ένα κύμα θυμού να με πλημμυρίζει – θυμού για τα χρόνια που μας γύρισε την πλάτη, για τις φορές που μας έκανε να νιώσουμε λίγοι και ανίκανοι. Αλλά ταυτόχρονα ένιωθα και ενοχές. Πώς μπορείς να αρνηθείς βοήθεια σε έναν άνθρωπο που υποφέρει;
Ξεκινήσαμε να καλύπτουμε τα έξοδα της κυρίας Μαρίας – φάρμακα, φυσικοθεραπείες, ειδικό κρεβάτι. Τα χρήματα εξαφανίζονταν γρήγορα. Αναγκάστηκα να κόψω τα ιδιαίτερα μαθήματα για να τη φροντίζω τα απογεύματα. Η Ελένη άρχισε να δουλεύει part-time σε καφετέρια για να βοηθήσει με τα έξοδα του σπιτιού.
Η ένταση στο σπίτι μεγάλωσε. Ο Νίκος ήταν συνεχώς κουρασμένος και αγχωμένος. Κάθε φορά που έβλεπε τη μητέρα του να υποφέρει, γινόταν πιο σκληρός με τον εαυτό του – κι αυτό το πλήρωνε η σχέση μας.
Ένα βράδυ, μετά από έναν ακόμα καυγά για τα χρήματα που δεν φτάνουν, ξέσπασα:
«Γιατί πρέπει πάντα εμείς να θυσιαζόμαστε; Εκείνη όταν είχαμε ανάγκη δεν μας βοήθησε! Γιατί τώρα να τα δώσουμε όλα;»
Ο Νίκος με κοίταξε με μάτια γεμάτα πόνο.
«Δεν ξέρω… Ίσως γιατί έτσι πρέπει… Ίσως γιατί αν δεν το κάνω θα το κουβαλάω πάντα μέσα μου.»
Τον αγκάλιασα σφιχτά κι έκλαψα σιωπηλά στον ώμο του.
Οι μήνες περνούσαν κι εμείς βουλιάζαμε όλο και πιο βαθιά στα χρέη. Η κυρία Μαρία άρχισε να συνέρχεται σιγά-σιγά, αλλά η σχέση μας μαζί της παρέμενε ψυχρή. Ποτέ δεν ζήτησε συγγνώμη για όσα είχαν γίνει – ούτε καν αναγνώρισε τη βοήθειά μας.
Μια μέρα μπήκα στο δωμάτιό της για να της δώσω τα φάρμακα. Με κοίταξε κατάματα.
«Δεν περίμενα ποτέ ότι θα με φροντίζατε έτσι…» είπε χαμηλόφωνα.
Δεν απάντησα. Δεν ήξερα τι να πω.
Το βράδυ εκείνο κάθισα στο μπαλκόνι μόνη μου και κοίταξα την Αθήνα φωτισμένη κάτω απ’ τον σκοτεινό ουρανό. Σκεφτόμουν όλα όσα είχαμε περάσει – τις προδοσίες, τις θυσίες, τις σιωπές που πονάνε περισσότερο από τις φωνές.
Άραγε αξίζει πάντα να βάζεις την οικογένεια πάνω απ’ όλα; Ή μήπως κάποια στιγμή πρέπει να προστατεύσεις τον εαυτό σου; Τι θα κάνατε εσείς στη θέση μου;