Μεταξύ δύο πυρών: Η ιστορία μιας νύφης που παλεύει για τη θέση της στην οικογένεια
«Γιατί πάντα αυτή; Γιατί πάντα η Ελένη;» ψιθύρισα μέσα από τα δόντια μου, καθώς έβλεπα τη Μαρία, την πεθερά μου, να βγάζει από το πορτοφόλι της ένα χοντρό φάκελο και να τον δίνει διακριτικά στην κουνιάδα μου. Ήταν το τρίτο απόγευμα μέσα στον μήνα που συνέβαινε το ίδιο σκηνικό στο σαλόνι του σπιτιού μας στη Νέα Σμύρνη. Ο άντρας μου, ο Γιώργος, καθόταν δίπλα μου, με το βλέμμα καρφωμένο στο πάτωμα. Δεν τολμούσε να πει λέξη.
«Ιωάννα, φτιάξε λίγο καφέ για όλους», είπε η Μαρία με εκείνο το ψυχρό, διατακτικό ύφος που με έκανε πάντα να νιώθω σαν υπηρέτρια στο ίδιο μου το σπίτι. Η Ελένη χαμογέλασε ειρωνικά και έβγαλε το κινητό της, αδιαφορώντας για την ατμόσφαιρα που είχε παγώσει.
Πήγα στην κουζίνα, τα χέρια μου έτρεμαν. Άκουγα τις φωνές τους να φτάνουν μέχρι εκεί, γεμάτες γέλια και ανέκδοτα που ποτέ δεν μοιράστηκαν μαζί μου. Έριξα ζάχαρη στον καφέ, πιο πολύ απ’ όσο έπρεπε. Ήθελα να ουρλιάξω, να πετάξω τα φλιτζάνια κάτω και να τους πω πως δεν αντέχω άλλο αυτή την αδικία. Αλλά δεν το έκανα. Πάντα κρατούσα τον εαυτό μου ήρεμο – για τον Γιώργο, για τα παιδιά μας.
Όταν γύρισα στο σαλόνι, η Μαρία με κοίταξε με εκείνο το βλέμμα που έλεγε «δεν είσαι αρκετή». Άφησα τα φλιτζάνια στο τραπέζι και κάθισα στη γωνία του καναπέ. Η Ελένη μιλούσε για τα σχέδιά της να πάει διακοπές στη Σαντορίνη, ενώ εγώ ήξερα πως με δυσκολία θα πληρώναμε το ρεύμα αυτόν τον μήνα.
«Μαμά, μήπως μπορείς να μας βοηθήσεις λίγο με τα έξοδα του σχολείου;» τόλμησα να ρωτήσω, η φωνή μου σχεδόν ψιθυριστή.
Η Μαρία ανασήκωσε τα φρύδια. «Ιωάννα, ξέρεις ότι τα πράγματα είναι δύσκολα για όλους. Η Ελένη έχει ανάγκη τώρα, μόνη της είναι.»
Ένιωσα το αίμα να ανεβαίνει στο κεφάλι μου. «Κι εμείς; Εμείς δεν έχουμε ανάγκη;»
Ο Γιώργος με κοίταξε παρακλητικά, σαν να μου έλεγε «μην το συνεχίσεις». Αλλά δεν άντεχα άλλο.
«Πάντα η Ελένη! Πάντα αυτή παίρνει τα καλύτερα! Εμείς τι είμαστε;» φώναξα τελικά, η φωνή μου έσπασε.
Η Μαρία σηκώθηκε αργά. «Δεν θα μιλάς έτσι μπροστά στα παιδιά μου», είπε αυστηρά. «Αν δεν σου αρέσει, ξέρεις πού είναι η πόρτα.»
Η Ελένη χαμογέλασε θριαμβευτικά. Ο Γιώργος έμεινε σιωπηλός.
Το βράδυ, όταν όλοι είχαν φύγει, ο Γιώργος ήρθε δίπλα μου. «Ιωάννα, σε παρακαλώ… Μην κάνεις έτσι. Η μάνα μου πάντα ήταν πιο κοντά στην Ελένη. Δεν αλλάζει αυτό.»
«Και γιατί; Γιατί πρέπει εγώ και τα παιδιά μας να πληρώνουμε αυτή την αδικία;»
Δεν απάντησε. Μόνο με αγκάλιασε σφιχτά. Ένιωθα όμως πως ήμουν μόνη σε αυτόν τον αγώνα.
Τις επόμενες μέρες προσπαθούσα να κρατήσω το σπίτι ζεστό για τα παιδιά. Ο μικρός ο Νίκος με ρώτησε: «Μαμά, γιατί η γιαγιά δεν μας αγαπάει όπως την ξαδέρφη;» Δεν ήξερα τι να του πω. Πώς να εξηγήσεις σε ένα παιδί ότι η αδικία υπάρχει ακόμα και μέσα στην ίδια σου την οικογένεια;
Στο σχολείο οι δασκάλες με ρωτούσαν αν όλα είναι καλά στο σπίτι. Έβλεπαν την κούραση στα μάτια μου. Η δουλειά στο σούπερ μάρκετ ήταν δύσκολη και τα λεφτά δεν έφταναν ποτέ. Ο Γιώργος έκανε ό,τι μπορούσε με τη δουλειά του στο συνεργείο, αλλά οι λογαριασμοί έρχονταν βουνό.
Ένα βράδυ, καθώς μάζευα τα ρούχα από το μπαλκόνι, άκουσα τη Μαρία να μιλάει δυνατά στο τηλέφωνο με μια γειτόνισσα: «Η Ιωάννα δεν είναι αρκετά καλή για τον Γιώργο μας… Η Ελένη αξίζει περισσότερα.» Ένιωσα τα μάτια μου να γεμίζουν δάκρυα. Πόσο ακόμα θα άντεχα;
Την επόμενη μέρα πήγα στη δουλειά πιο νωρίς. Η φίλη μου η Κατερίνα με είδε και κατάλαβε αμέσως πως κάτι δεν πήγαινε καλά.
«Ιωάννα, τι έχεις;»
«Δεν αντέχω άλλο… Νιώθω ξένη στην ίδια μου την οικογένεια», της είπα και ξέσπασα σε κλάματα.
Η Κατερίνα με αγκάλιασε. «Μην αφήνεις κανέναν να σε κάνει να νιώθεις λίγη. Εσύ κρατάς το σπίτι σου όρθιο.»
Τα λόγια της μου έδωσαν λίγη δύναμη. Το ίδιο βράδυ αποφάσισα να μιλήσω ξανά στον Γιώργο.
«Γιώργο, πρέπει να βάλεις όρια στη μάνα σου. Δεν αντέχω άλλο αυτή την κατάσταση. Τα παιδιά μας καταλαβαίνουν τα πάντα.»
Εκείνος με κοίταξε θλιμμένος. «Ξέρω… Αλλά φοβάμαι μην χαλάσουμε εντελώς τις σχέσεις.»
«Οι σχέσεις έχουν ήδη χαλάσει», του απάντησα ήρεμα.
Πέρασαν μέρες χωρίς να δούμε τη Μαρία ή την Ελένη. Το σπίτι μας άρχισε να γεμίζει ξανά με γέλια – τα παιδιά ένιωθαν πιο ελεύθερα, εγώ λιγότερο πιεσμένη.
Ένα απόγευμα χτύπησε το κουδούνι. Ήταν η Μαρία, μόνη της αυτή τη φορά.
«Θέλω να μιλήσουμε», είπε ψυχρά.
Την άφησα να μπει. Κάθισε απέναντί μου στο τραπέζι της κουζίνας.
«Ιωάννα, ξέρω ότι έχεις παράπονα», ξεκίνησε.
«Δεν έχω παράπονα μόνο εγώ», της απάντησα ήρεμα. «Τα παιδιά σας νιώθουν τη διαφορά. Ο Νίκος ρωτάει γιατί δεν τον αγαπάτε όσο την ξαδέρφη του.»
Η Μαρία χαμήλωσε το βλέμμα για πρώτη φορά.
«Δεν το ήθελα… Αλλά η Ελένη είναι μόνη της…»
«Κι εμείς είμαστε μόνοι μας όταν μας αφήνετε απ’ έξω», της είπα.
Έμεινε σιωπηλή για λίγο. Μετά σηκώθηκε και έφυγε χωρίς άλλη κουβέντα.
Το ίδιο βράδυ ο Γιώργος γύρισε σπίτι και με αγκάλιασε σφιχτά.
«Είσαι δυνατή», μου είπε. «Σ’ ευχαριστώ που δεν τα παράτησες.»
Δεν ξέρω αν η Μαρία θα αλλάξει ποτέ πραγματικά. Ξέρω όμως πως εγώ δεν θα αφήσω κανέναν να κάνει εμένα και τα παιδιά μου να νιώθουμε λιγότερο σημαντικοί.
Αλήθεια… Πόσες γυναίκες στην Ελλάδα ζουν ανάμεσα σε δύο πυρά; Πόσες από εμάς βρίσκουμε τελικά τη δύναμη να διεκδικήσουμε τη θέση μας στην ίδια μας την οικογένεια;