Ένα Σάββατο στο Σούπερ Μάρκετ που Άλλαξε τη Ζωή μου: Η Μοναξιά και η Αλληλεγγύη στην Καθημερινή Ελλάδα

«Δεν φτάνουν, κυρία μου. Θέλετε να αφήσετε κάτι;»

Η φωνή της ταμίας, της Μαρίας, ακούστηκε κοφτή, σχεδόν ενοχλημένη. Ένιωσα το πρόσωπό μου να κοκκινίζει, τα χέρια μου να τρέμουν καθώς έψαχνα απεγνωσμένα το πορτοφόλι μου. Οι ουρές πίσω μου μεγάλωναν, τα βλέμματα καρφώνονταν πάνω μου σαν βελόνες. Ήταν ένα απλό Σάββατο πρωί στο σούπερ μάρκετ της γειτονιάς, αλλά εκείνη τη στιγμή ήθελα να ανοίξει η γη να με καταπιεί.

«Συγγνώμη…» ψιθύρισα. «Νόμιζα πως είχα αρκετά…»

Η Μαρία ανασήκωσε τους ώμους, χωρίς να με κοιτάξει. «Πείτε μου τι να βγάλω.»

Κοίταξα τα πράγματα πάνω στον ιμάντα: λίγο ψωμί, γάλα, φέτα, ένα πακέτο μακαρόνια, δυο μήλα. Τίποτα περιττό. Όλα απαραίτητα. Κι όμως, δεν έφταναν τα χρήματα.

«Βγάλτε τα μήλα… και το τυρί», είπα με σπασμένη φωνή.

Άκουσα κάποιον πίσω μου να ξεφυσάει. Μια γυναίκα γύρω στα σαράντα, με κοίταξε με οίκτο και ίσως λίγη ενόχληση. «Πάντα τα ίδια…» μουρμούρισε.

Ένιωσα τα μάτια μου να βουρκώνουν. Δεν ήθελα να κλάψω μπροστά σε αγνώστους. Όμως η ντροπή ήταν αβάσταχτη. Πόσο χαμηλά είχα φτάσει; Πώς έγινε η ζωή μου έτσι;

Όταν ήμουν μικρή, το σπίτι μας στη Νίκαια ήταν γεμάτο φωνές και μυρωδιές από μαγειρεμένα φαγητά. Η μάνα μου φώναζε τον πατέρα να έρθει για φαγητό, ο αδερφός μου έπαιζε μπάλα στην αυλή. Τώρα, στα εβδομήντα δύο μου, το μόνο που ακούω είναι το βουητό του ψυγείου και τα βήματα των γειτόνων στον διάδρομο.

Πλήρωσα ό,τι μπορούσα και μάζεψα τα λιγοστά ψώνια μου. Η Μαρία δεν είπε τίποτα παραπάνω. Βγήκα έξω στον δρόμο κι ένιωσα τον ήλιο να με καίει, αλλά μέσα μου πάγωνα.

Στάθηκα λίγο στο πεζοδρόμιο, προσπαθώντας να συνέλθω. Η γειτόνισσά μου, η Ελένη, με περίμενε για καφέ. Ήξερα πως θα με ρωτούσε πάλι για τον γιο μου, τον Γιώργο. «Σου τηλεφώνησε; Θα έρθει το Πάσχα;»

Ο Γιώργος… Πόσο καιρό είχα να τον δω; Από τότε που έφυγε για τη Θεσσαλονίκη με τη γυναίκα του, τη Σοφία, και τα παιδιά τους, οι επισκέψεις έγιναν σπάνιες. Τα τηλέφωνα όλο και λιγότερα. Πάντα βιαστικός: «Μαμά, δουλεύω πολύ… Τα παιδιά έχουν δραστηριότητες… Θα τα πούμε σύντομα.»

Σύντομα… Πόσο σχετική λέξη.

Περπάτησα ως το σπίτι της Ελένης. Με περίμενε στην αυλή της με δυο καφέδες και κουλουράκια.

«Τι έχεις;» με ρώτησε μόλις με είδε.

«Τίποτα… Κουράστηκα λίγο.»

«Μην μου λες ψέματα, Άννα. Σε ξέρω τόσα χρόνια.»

Έσκυψα το κεφάλι. «Δεν είχα αρκετά χρήματα για τα ψώνια… Έπρεπε να αφήσω πράγματα στο ταμείο.»

Η Ελένη άπλωσε το χέρι της πάνω στο δικό μου. «Όλες τα ίδια περνάμε. Μην ντρέπεσαι.»

«Δεν είναι μόνο τα λεφτά… Είναι που νιώθω μόνη. Ο Γιώργος δεν παίρνει ούτε ένα τηλέφωνο πια. Τα εγγόνια μου δεν με ξέρουν καν.»

Η Ελένη αναστέναξε. «Κι εγώ το ίδιο με τον Νίκο και τη Μαρία. Τα παιδιά έχουν τις ζωές τους τώρα.»

Σιωπήσαμε για λίγο, ακούγοντας τα πουλιά στην αυλή.

«Ξέρεις τι σκέφτομαι;» είπα τελικά. «Ότι όσο μεγαλώνουμε, τόσο πιο αόρατοι γινόμαστε για τους άλλους.»

Η Ελένη χαμογέλασε πικρά. «Εκτός αν αρρωστήσουμε ή χρειαστούν κάτι από εμάς.»

Γυρίζοντας σπίτι το απόγευμα, κάθισα στη μικρή κουζίνα και κοίταξα τις φωτογραφίες στον τοίχο: ο άντρας μου ο Μανώλης, που έφυγε πριν δέκα χρόνια από καρκίνο· ο Γιώργος μικρός, με το ποδήλατο· εγώ νέα, γελαστή σε κάποιο πανηγύρι στη Χίο.

Πού πήγε όλη αυτή η ζωή; Πώς κατέληξα να φοβάμαι αν θα έχω λεφτά για φέτα;

Το βράδυ χτύπησε το τηλέφωνο. Ήταν ο Γιώργος.

«Μαμά; Είσαι καλά;»

Η φωνή του ακούστηκε μακρινή.

«Καλά είμαι… Εσύ;»

«Έχω πολλή δουλειά… Δεν ξέρω αν θα καταφέρω να έρθω το Πάσχα.»

Ένιωσα ένα κόμπο στον λαιμό. «Καταλαβαίνω… Να προσέχεις.»

«Θα σε πάρω πάλι σύντομα.»

Το σύντομα του Γιώργου ήταν πάντα μια υπόσχεση χωρίς ημερομηνία.

Έκλεισα το τηλέφωνο και κάθισα στο σκοτάδι. Άκουγα τους ήχους της πολυκατοικίας: μια τηλεόραση κάπου μακριά, βήματα στις σκάλες, μια πόρτα που έκλεινε.

Την επόμενη μέρα πήγα στην εκκλησία. Εκεί συναντώ άλλες γυναίκες σαν κι εμένα – χήρες, μόνες, ξεχασμένες από παιδιά κι εγγόνια. Προσευχηθήκαμε μαζί κι ύστερα καθίσαμε στο παγκάκι έξω από τον ναό.

Η κυρία Κατίνα είπε: «Χτες πήγα στο ΚΕΠ για το επίδομα και με έστειλαν από γραφείο σε γραφείο. Κανείς δεν νοιάζεται πραγματικά.»

Η κυρία Μαρία συμπλήρωσε: «Ο γιος μου δεν ήρθε ούτε στα γενέθλιά μου φέτος.»

Όλες είχαμε μια ιστορία μοναξιάς να πούμε.

Γυρίζοντας σπίτι πέρασα ξανά από το σούπερ μάρκετ. Η Μαρία η ταμίας με κοίταξε αλλιώς αυτή τη φορά.

«Συγγνώμη για χτες», είπε χαμηλόφωνα.

Την κοίταξα στα μάτια. «Δεν φταις εσύ… Έτσι είναι η ζωή μας τώρα.»

Εκείνη χαμογέλασε αμήχανα και μου έδωσε ένα κουτί μπισκότα που είχε λήξει χτες – «Για σένα», είπε συνωμοτικά.

Γύρισα σπίτι με ένα παράξενο συναίσθημα: λίγη ντροπή ακόμα, αλλά και μια μικρή ζεστασιά στην καρδιά. Ίσως δεν είμαστε εντελώς αόρατοι – ίσως υπάρχουν ακόμα άνθρωποι που βλέπουν πίσω από τις ρυτίδες μας και τις σιωπές μας.

Το βράδυ κάθισα στο μπαλκόνι και κοίταξα τα φώτα της πόλης. Αναρωτήθηκα: Πόσοι άλλοι σαν εμένα περνούν τις μέρες τους ανάμεσα σε ουρές σούπερ μάρκετ και άδεια διαμερίσματα; Πόσο δύσκολο είναι τελικά να δούμε ο ένας τον άλλον πραγματικά;

Μήπως ήρθε η ώρα να μιλήσουμε πιο ανοιχτά για τη μοναξιά μας; Να ζητήσουμε βοήθεια χωρίς ντροπή; Εσείς τι λέτε;