Η πεθερά μου τα δίνει όλα στη νύφη μου – κι εγώ μένω με τα ψίχουλα. Είμαι αχάριστη ή απλώς κουράστηκα;
«Γιατί δεν παίρνεις κι εσύ ένα καινούριο παλτό, Μαρία; Η Ελένη πήρε δύο φέτος, να, κοίτα τι ωραία της πάνε!»
Η φωνή της πεθεράς μου, της κυρίας Κατίνας, αντηχεί ακόμα στ’ αυτιά μου, γεμάτη εκείνη τη γλυκερή ειρωνεία που μόνο εγώ φαίνεται να ακούω. Κάθομαι στο τραπέζι της Κυριακής, ανάμεσα σε πιάτα με γεμιστά και κοτόπουλο στο φούρνο, και νιώθω το βλέμμα της να με διαπερνά. Ο άντρας μου, ο Γιάννης, σκύβει το κεφάλι και παίζει με το πιρούνι του. Η Ελένη, η γυναίκα του αδερφού του, χαμογελάει αυτάρεσκα και χαϊδεύει το καινούριο της παλτό – δώρο της πεθεράς φυσικά.
«Δεν χρειάζομαι παλτό, κυρία Κατίνα. Έχω ακόμα το περσινό», απαντώ ήρεμα, μα μέσα μου βράζω. Πόσες φορές να ακούσω ακόμα για τα δώρα που παίρνει η Ελένη; Για τα χρήματα που της δίνει για τις διακοπές τους; Για τα ψώνια που πληρώνει εκείνη για τα παιδιά της; Εμάς μας φέρνει κάθε φορά ένα ταψί φαγητό – «να μην κουράζεσαι, Μαρία μου» – και κάτι ψιλά για τον μικρό μας τον Πέτρο.
Όταν παντρεύτηκα τον Γιάννη, πίστευα πως θα γίνω κι εγώ μέλος της οικογένειας. Όμως από την πρώτη στιγμή ένιωσα ξένη. Η Ελένη ήταν πάντα η αγαπημένη. Ίσως επειδή είναι πιο κοινωνική, πιο ανοιχτή, ίσως επειδή ο άντρας της είναι ο πρωτότοκος. Δεν ξέρω. Ξέρω μόνο πως κάθε φορά που μπαίνω σ’ αυτό το σπίτι, νιώθω σαν να πρέπει να αποδείξω την αξία μου.
«Μαμά, άφησέ το τώρα», ψιθυρίζει ο Γιάννης, μα η μητέρα του δεν ακούει ποτέ. «Εγώ απλώς θέλω να βοηθήσω», λέει εκείνη και γελάει με την Ελένη. «Άλλωστε, η Ελένη ξέρει να εκτιμάει τα καλά πράγματα.»
Το αίμα ανεβαίνει στο κεφάλι μου. Θέλω να φωνάξω: «Κι εγώ δεν εκτιμώ; Δεν αξίζω τίποτα παραπάνω από ένα ταψί γεμιστά;» Μα σωπαίνω. Όπως κάθε φορά. Γιατί ο Γιάννης δεν θέλει φασαρίες. Γιατί «είναι η μάνα του». Γιατί «μην κάνεις θέμα για τα λεφτά». Μα δεν είναι μόνο τα λεφτά. Είναι η αδικία που με πνίγει.
Στο δρόμο για το σπίτι μας, ο Πέτρος κοιμάται στο πίσω κάθισμα. Ο Γιάννης οδηγεί σιωπηλός.
«Δεν αντέχω άλλο», του λέω τελικά. «Νιώθω σαν να μην υπάρχω γι’ αυτήν.»
«Μαρία…» αρχίζει εκείνος, αλλά σταματάει. Ξέρω ότι κι αυτός νιώθει άσχημα, αλλά δεν ξέρει πώς να το διαχειριστεί. «Τι να κάνω; Να της πω να μην βοηθάει τον αδερφό μου;»
«Όχι», του λέω πικραμένη. «Να της πεις να μας βλέπει κι εμάς σαν οικογένεια.»
Οι μέρες περνούν με τη σκέψη αυτή να με τρώει. Στη δουλειά στο φαρμακείο προσπαθώ να ξεχαστώ, αλλά κάθε φορά που βλέπω την Ελένη στο Facebook με νέα ρούχα ή φωτογραφίες από ταξίδια στη Σαντορίνη – όλα πληρωμένα από την πεθερά – νιώθω το στομάχι μου να σφίγγεται.
Ένα απόγευμα, χτυπάει το τηλέφωνο.
«Μαρία μου, έφτιαξα μπακλαβά. Να περάσεις να πάρεις λίγο για τον Πέτρο», λέει η κυρία Κατίνα.
«Ευχαριστώ πολύ», απαντώ τυπικά.
Πηγαίνω στο σπίτι της με βαριά καρδιά. Η Ελένη είναι ήδη εκεί, δοκιμάζει ένα καινούριο φόρεμα μπροστά στον καθρέφτη.
«Πώς σου φαίνεται;» με ρωτάει.
«Ωραίο», λέω ψεύτικα χαμογελαστή.
Η πεθερά βγαίνει από την κουζίνα με ένα κουτί μπακλαβά και ένα φάκελο.
«Αυτός είναι για σένα, Ελένη μου. Να πάρεις κάτι όμορφο για το Πάσχα.»
Η Ελένη ανοίγει το φάκελο και χαμογελάει πλατιά – μέσα έχει 200 ευρώ.
Σε μένα δίνει το κουτί με τον μπακλαβά.
«Για τον Πέτρο», λέει απλά.
Δεν αντέχω άλλο. Νιώθω τα μάτια μου να γεμίζουν δάκρυα.
«Κυρία Κατίνα…» αρχίζω διστακτικά.
Με κοιτάζει ξαφνιασμένη.
«Ναι, Μαρία;»
«Θέλω να σας ρωτήσω κάτι… Γιατί πάντα η Ελένη παίρνει τόσα πολλά κι εμείς μόνο φαγητό; Κάνουμε κι εμείς ό,τι μπορούμε για την οικογένεια…»
Η πεθερά με κοιτάζει αυστηρά.
«Μαρία, μην είσαι αχάριστη! Σου φέρνω φαγητό γιατί δουλεύεις όλη μέρα! Η Ελένη έχει άλλα έξοδα…»
Η φωνή της ανεβαίνει. Η Ελένη κατεβάζει το βλέμμα.
«Δεν είναι θέμα αχαριστίας», λέω τρέμοντας από συγκίνηση και θυμό. «Είναι θέμα δικαιοσύνης.»
Η πεθερά σηκώνει τους ώμους. «Έτσι είναι οι οικογένειες. Ο καθένας παίρνει αυτό που χρειάζεται.»
Φεύγω σχεδόν τρέχοντας από το σπίτι της. Στο δρόμο κλαίω σαν παιδί. Νιώθω ντροπή που ζήλεψα, νιώθω θυμό που δεν μετράμε το ίδιο στα μάτια της. Νιώθω ενοχές που τόσα χρόνια σιωπούσα – μήπως τελικά είμαι αχάριστη;
Το βράδυ ο Γιάννης με βρίσκει στην κουζίνα να σκουπίζω τα μάτια μου.
«Της μίλησα», του λέω χαμηλόφωνα.
Με αγκαλιάζει σφιχτά.
«Καλά έκανες», ψιθυρίζει.
Την επόμενη μέρα η πεθερά δεν τηλεφωνεί. Ούτε την επόμενη εβδομάδα. Το σπίτι μας γεμίζει μια παράξενη σιωπή – σαν να λείπει κάτι αλλά ταυτόχρονα να ανασαίνουμε πιο ελεύθερα.
Ο Πέτρος με ρωτάει γιατί δεν πήγαμε στη γιαγιά αυτή την Κυριακή.
«Θα πάμε άλλη φορά», του λέω και του χαϊδεύω τα μαλλιά.
Σκέφτομαι πόσες γυναίκες στην Ελλάδα ζουν κάτω από τη σκιά μιας πεθεράς που κάνει διακρίσεις. Πόσες φοβούνται να μιλήσουν για να μην τις πουν αχάριστες ή γκρινιάρες. Πόσες σιωπούν για χάρη της οικογενειακής ειρήνης – μα μέσα τους σπάνε κομμάτι-κομμάτι.
Άραγε αξίζει να θυσιάζουμε την αξιοπρέπειά μας για λίγη αποδοχή; Ή μήπως ήρθε η ώρα να διεκδικήσουμε αυτό που πραγματικά αξίζουμε;