«Μάνα, γιατί δεν είμαι όμορφη;» – Μια εξομολόγηση για το πώς έμαθα να αγαπώ τον εαυτό μου στη σκιά της ελληνικής οικογένειας
«Κοίτα τον εαυτό σου στον καθρέφτη, Ελένη. Τι βλέπεις;»
Η φωνή της μάνας μου αντηχεί ακόμη στ’ αυτιά μου, παγωμένη και απαιτητική. Ήμουν μόλις δώδεκα χρονών, ένα κορίτσι με σγουρά μαλλιά, χοντρά φρύδια και μάτια γεμάτα ερωτήσεις. Στεκόμουν μπροστά στον καθρέφτη του μπάνιου μας, εκείνο το παλιό με το ξεφτισμένο ασημί πλαίσιο, και προσπαθούσα να βρω κάτι όμορφο πάνω μου. Η μάνα μου στεκόταν πίσω μου, τα χέρια της σταυρωμένα, το βλέμμα της αυστηρό.
«Δεν ξέρω…» ψιθύρισα.
«Πρέπει να ξέρεις. Οι άλλοι θα σε κρίνουν από αυτό που βλέπουν. Αν δεν σου αρέσει αυτό που βλέπεις, πώς θα αρέσεις στους άλλους;»
Αυτή ήταν η αρχή. Από τότε, κάθε φορά που κοιτούσα τον εαυτό μου στον καθρέφτη, έβλεπα μόνο τα ελαττώματα. Τα μαλλιά μου ήταν πολύ φουντωτά, το δέρμα μου γεμάτο φακίδες, τα δόντια μου λίγο στραβά. Στο σχολείο, τα άλλα κορίτσια – η Μαρία, η Κατερίνα, η Σοφία – ήταν πάντα περιποιημένες, με ίσια μαλλιά και λεπτά φρύδια. Εγώ ένιωθα πάντα «λίγη».
Η μάνα μου δεν ήταν κακιά. Ήταν απλώς… εγκλωβισμένη στις δικές της ανασφάλειες. Μεγάλωσε σε ένα χωριό έξω από τη Λάρισα, όπου η ομορφιά ήταν το εισιτήριο για έναν καλό γάμο. Ο πατέρας μου δούλευε νύχτα-μέρα στο περίπτερο για να μας μεγαλώσει. Εκείνη ήθελε να με δει «καθωσπρέπει», να μην έχω την τύχη της.
Τα απογεύματα στο σπίτι ήταν γεμάτα εντάσεις. «Γιατί δεν φοράς λίγο κραγιόν;», «Πάλι με αυτή τη φόρμα θα βγεις;», «Κοίτα την ξαδέρφη σου τη Δήμητρα, τι ωραία που είναι πάντα». Κάθε σχόλιο μια μαχαιριά.
Ο πατέρας μου προσπαθούσε να με υπερασπιστεί. «Άστην το παιδί, Μαρία! Δεν είναι όλα εμφάνιση στη ζωή!»
Εκείνη όμως ανένδοτη: «Εσύ δεν καταλαβαίνεις! Τα κορίτσια πρέπει να προσέχουν!»
Ένιωθα παγιδευμένη ανάμεσα στις προσδοκίες τους και στη δική μου ανάγκη να είμαι απλώς… εγώ.
Στο σχολείο τα πράγματα δεν ήταν καλύτερα. Τα αγόρια κορόιδευαν τα φρύδια μου: «Ελένη-Καμπριολένη!», έλεγαν και γελούσαν. Οι φίλες μου άρχισαν σιγά σιγά να απομακρύνονται. Ένιωθα μόνη. Τα βράδια έκλαιγα στο μαξιλάρι μου, προσπαθώντας να καταλάβω τι έκανα λάθος.
Μια μέρα, γύρισα σπίτι και βρήκα τη μάνα μου να με περιμένει με μια τσάντα από το φαρμακείο.
«Σου πήρα κερί για τα φρύδια και μια κρέμα για τα σπυράκια. Από αύριο θα αρχίσουμε να φροντίζουμε λίγο παραπάνω τον εαυτό μας.»
Δεν ήθελα. Αλλά δεν είχα επιλογή. Υπέκυψα. Το πρώτο τράβηγμα του κεριού πόνεσε περισσότερο στην ψυχή παρά στο δέρμα.
Τα χρόνια πέρασαν έτσι: ανάμεσα σε δίαιτες, αποτριχώσεις, σχόλια και συγκρίσεις. Στο λύκειο είχα ήδη μάθει να κρύβομαι πίσω από μακριά μαλλιά και φαρδιά ρούχα. Δεν ήθελα να ξεχωρίζω.
Όταν πέρασα στη Φιλοσοφική στην Αθήνα, πίστεψα πως όλα θα αλλάξουν. Νέα πόλη, νέοι άνθρωποι – ίσως εκεί να με δεχτούν όπως είμαι.
Το πρώτο εξάμηνο ήταν δύσκολο. Οι συμφοιτήτριές μου ήταν όλες τόσο διαφορετικές – άλλες ντυμένες σαν μοντέλα, άλλες πιο απλές, αλλά όλες έμοιαζαν σίγουρες για τον εαυτό τους. Εγώ ένιωθα ακόμα το βλέμμα της μάνας μου πάνω μου κάθε φορά που κοιτούσα τον καθρέφτη του μικρού διαμερίσματος στου Ζωγράφου.
Ένα βράδυ, μετά από μια δύσκολη μέρα στη σχολή, κάθισα στο μπαλκόνι με τη συγκάτοικό μου, τη Χριστίνα.
«Τι έχεις;» με ρώτησε.
«Νιώθω ότι δεν ανήκω πουθενά… Ότι δεν είμαι αρκετά όμορφη για αυτόν τον κόσμο.»
Με κοίταξε στα μάτια: «Ελένη, ποιος σου είπε ότι πρέπει να είσαι όμορφη για να ανήκεις;»
Έμεινα σιωπηλή. Δεν ήξερα τι να απαντήσω.
Από εκείνο το βράδυ άρχισα να παρατηρώ τους ανθρώπους γύρω μου διαφορετικά. Είδα κοπέλες με ουλές στο πρόσωπο να γελούν δυνατά, αγόρια με στραβά δόντια να φλερτάρουν χωρίς ντροπή. Άρχισα να αναρωτιέμαι: Μήπως τελικά η ομορφιά είναι κάτι πολύ πιο βαθύ;
Όταν γύρισα στο χωριό για τις γιορτές, η μάνα μου συνέχισε τα ίδια: «Πάλι έτσι θα πας στην εκκλησία; Βάλε λίγο ρουζ!»
Αυτή τη φορά όμως της απάντησα ήρεμα: «Μάνα, μ’ αρέσει όπως είμαι.»
Με κοίταξε σαν να μην καταλάβαινε τι άκουγε.
«Δεν θέλω να σε βλέπω δυστυχισμένη», είπε τελικά χαμηλόφωνα.
«Δεν είμαι δυστυχισμένη επειδή δεν είμαι όμορφη όπως εσύ το φαντάζεσαι. Είμαι δυστυχισμένη όταν νιώθω ότι δεν με αγαπάς όπως είμαι.»
Έκλαψε εκείνο το βράδυ – πρώτη φορά που την είδα τόσο ευάλωτη.
«Κι εγώ φοβόμουν πάντα ότι δεν ήμουν αρκετή», μου είπε τελικά.
Αγκαλιαστήκαμε σφιχτά. Για πρώτη φορά ένιωσα ότι ίσως μπορούμε να βρούμε έναν τρόπο να αγαπήσουμε η μία την άλλη όπως πραγματικά είμαστε.
Η ζωή στην Αθήνα συνέχισε με τα πάνω και τα κάτω της. Έκανα φίλους που με αποδέχονταν χωρίς όρους – τον Νίκο που είχε πάντα μια καλή κουβέντα για όλους, τη Μαρία που γελούσε με την καρδιά της χωρίς να νοιάζεται για τίποτα.
Άρχισα σιγά σιγά να αφήνω τα μαλλιά μου φυσικά, να μην κρύβω τα φρύδια μου, να φοράω ρούχα που μ’ αρέσουν κι ας μην είναι της μόδας. Κάθε μέρα που περνούσε ένιωθα λίγο πιο ελεύθερη.
Κάποια στιγμή γνώρισα τον Πέτρο στη σχολή – ένα παιδί απλό, με χιούμορ και καλοσύνη. Μου είπε μια μέρα:
«Ξέρεις τι μ’ αρέσει σε σένα; Ότι είσαι αληθινή.»
Για πρώτη φορά στη ζωή μου κάποιος με έκανε να νιώσω όμορφη χωρίς να χρειαστεί να αλλάξω τίποτα πάνω μου.
Η σχέση μας δεν κράτησε πολύ – οι δρόμοι μας χώρισαν όταν εκείνος έφυγε για μεταπτυχιακό στη Θεσσαλονίκη – αλλά μου άφησε κάτι πολύτιμο: την πεποίθηση ότι αξίζω αγάπη όπως είμαι.
Σήμερα δουλεύω ως φιλόλογος σε ένα γυμνάσιο στα Πατήσια. Βλέπω καθημερινά κορίτσια και αγόρια που παλεύουν με την εικόνα τους – παιδιά που κρύβονται πίσω από φίλτρα στο Instagram, που συγκρίνονται συνεχώς μεταξύ τους.
Προσπαθώ να τους μιλήσω για όλα αυτά που έζησα:
«Η ομορφιά είναι σαν το φως του ήλιου – υπάρχει παντού αν ξέρεις πού να κοιτάξεις.»
Κάθε φορά που κοιτάζομαι στον καθρέφτη θυμάμαι εκείνο το κορίτσι των δώδεκα χρόνων και της ψιθυρίζω:
«Είσαι αρκετή.»
Και αναρωτιέμαι: Πόσοι από εμάς ζούμε κυνηγώντας μια ομορφιά που ποτέ δεν θα μας γεμίσει; Πότε θα μάθουμε επιτέλους να αγαπάμε τον εαυτό μας όπως πραγματικά είναι;