Όταν Όλα Χάνονται: Η Εξομολόγηση μιας Εγκαταλελειμμένης Γυναίκας στην Αθήνα

«Πού είσαι, Δημήτρη; Πού στο διάολο είσαι;» φώναξα μέσα στο άδειο διαμέρισμα, η φωνή μου αντηχούσε στους τοίχους σαν να ήθελε να με πνίξει. Τα βήματά μου αντηχούσαν στο παλιό ξύλινο πάτωμα, κάθε δωμάτιο πιο άδειο από το προηγούμενο. Τα ρούχα του είχαν εξαφανιστεί, τα παπούτσια του δεν ήταν πια δίπλα στην πόρτα. Μόνο η μυρωδιά του καφέ που κάποτε έφτιαχνε τα πρωινά είχε μείνει, σαν φάντασμα.

Γύρισα από το νοσοκομείο μετά από τρεις εβδομάδες. Τρεις εβδομάδες που πάλευα με τον πυρετό, με τους γιατρούς να μου λένε «Κυρία Μαρία, πρέπει να είστε δυνατή». Δεν ήξεραν όμως πόσο μόνη ένιωθα. Ο Δημήτρης δεν ήρθε ούτε μια φορά. Ούτε ένα μήνυμα, ούτε ένα λουλούδι. Η μάνα μου, η κυρία Ελένη, με πήρε τηλέφωνο μόνο για να μου πει «Μην ξεχνάς να πληρώσεις τη ΔΕΗ». Ο αδερφός μου ο Γιάννης, χαμένος στη δική του οικογένεια, ούτε που ρώτησε αν ζω ή αν πέθανα.

Το πρώτο βράδυ στο σπίτι, κάθισα στο πάτωμα της κουζίνας και έκλαψα. Όχι για τον Δημήτρη – ίσως λίγο και για εκείνον – αλλά κυρίως για μένα. Γιατί άφησα τη ζωή μου να φτάσει ως εδώ; Γιατί δεν είπα ποτέ όχι; Γιατί πάντα έβαζα τους άλλους πάνω από μένα; Θυμήθηκα τη μάνα μου να μου λέει μικρή: «Οι γυναίκες πρέπει να αντέχουν». Μα εγώ δεν άντεχα άλλο.

Το κινητό χτύπησε. Ήταν η φίλη μου η Σοφία. «Μαρία, τι έγινε; Πού χάθηκες;»

«Ο Δημήτρης έφυγε», της απάντησα ψυχρά.

«Τι; Πότε;»

«Όσο ήμουν στο νοσοκομείο. Δεν άφησε ούτε σημείωμα.»

Η σιωπή της κράτησε μερικά δευτερόλεπτα. «Θες να έρθω;»

«Όχι. Θέλω να μείνω μόνη.»

Κλείνοντας το τηλέφωνο, ένιωσα ένα κύμα ντροπής και θυμού. Γιατί ντρέπομαι εγώ; Εκείνος έφυγε! Εκείνος με άφησε! Αλλά στην Ελλάδα, όταν μια γυναίκα μένει μόνη, όλοι την κοιτάζουν περίεργα. Στη λαϊκή την επόμενη μέρα, η κυρία Κατερίνα με ρώτησε: «Ο Δημήτρης καλά είναι; Δεν τον βλέπω τελευταία». Έσκυψα το κεφάλι και ψιθύρισα: «Έφυγε». Τα μάτια της γέμισαν λύπηση – ή μήπως ικανοποίηση;

Οι μέρες περνούσαν αργά. Η μοναξιά γινόταν βαρύτερη κάθε βράδυ. Τα βράδια άκουγα τα ζευγάρια στη διπλανή πολυκατοικία να μαλώνουν, να γελάνε, να ζουν. Εγώ μόνο σιωπή. Μια μέρα χτύπησε το κουδούνι. Ήταν η μάνα μου.

«Τι έγινε παιδί μου; Γιατί δεν απαντάς στα τηλέφωνα;»

«Γιατί δεν έχεις τίποτα να μου πεις που να μην αφορά λογαριασμούς», της πέταξα.

«Μη μιλάς έτσι στη μάνα σου! Εγώ σε μεγάλωσα μόνη μου!»

«Και τι κατάλαβες; Να μεγαλώνεις παιδιά που δεν ξέρουν να αγαπάνε;»

Έφυγε θυμωμένη. Δεν ξαναήρθε για μέρες.

Άρχισα να ψάχνω δουλειά. Η κρίση είχε αφήσει τα σημάδια της παντού – λίγες θέσεις, πολλοί άνεργοι. Πήγα σε ένα γραφείο εύρεσης εργασίας στην Ομόνοια. Η κυρία Μαργαρίτα με κοίταξε πάνω από τα γυαλιά της.

«Τι εμπειρία έχετε;»

«Δούλευα σε λογιστικό γραφείο πριν παντρευτώ.»

«Και τώρα;»

«Τώρα… τίποτα.»

Έγραψε κάτι σε ένα χαρτί και το έσπρωξε προς το μέρος μου.

«Δοκίμασε εδώ. Είναι καφετέρια, ζητάνε κοπέλες για σέρβις.»

Στα τριάντα οκτώ μου, με πτυχίο οικονομικών, βρέθηκα να σερβίρω καφέδες σε φοιτητές στα Εξάρχεια. Κάθε μέρα φορούσα ένα ψεύτικο χαμόγελο και σέρβιρα φρέντο εσπρέσο σε παιδιά που γελούσαν και μιλούσαν για όνειρα. Εγώ δεν είχα όνειρα πια – μόνο λογαριασμούς και ενοίκιο.

Ένα βράδυ, καθώς έκλεινα το μαγαζί, μπήκε ένας άντρας γύρω στα σαράντα πέντε. Ήταν ο Νίκος, παλιός συμμαθητής από το λύκειο.

«Μαρία; Εσύ είσαι;»

Χαμογέλασα αμήχανα.

«Ναι… εγώ.»

«Τι κάνεις εδώ;»

«Δουλεύω.»

Κάθισε στον πάγκο και παραγγείλαμε δυο τσίπουρα. Μιλήσαμε για τα παλιά, για τα χρόνια που ήμασταν παιδιά στη Νέα Σμύρνη, για τις εκδρομές στη Βουλιαγμένη. Μου είπε ότι κι εκείνος είχε χωρίσει πρόσφατα.

«Δεν είναι εύκολο να ξεκινάς από την αρχή», είπε χαμηλόφωνα.

Τον κοίταξα στα μάτια και είδα τη δική μου θλίψη να καθρεφτίζεται στα δικά του.

«Όχι… αλλά ίσως είναι καλύτερο από το να ζεις σε ψέματα», του απάντησα.

Από εκείνο το βράδυ αρχίσαμε να μιλάμε συχνά. Δεν ήταν έρωτας – τουλάχιστον όχι ακόμα – αλλά μια συντροφιά στη μοναξιά μας. Κάποιες φορές πηγαίναμε μαζί στη λαϊκή ή καθόμασταν στα παγκάκια στο Ζάππειο και μιλούσαμε για όλα όσα χάσαμε και όλα όσα ίσως μπορούμε ακόμα να βρούμε.

Η μάνα μου άρχισε σιγά σιγά να ξαναέρχεται στο σπίτι. Μια μέρα έφερε πίτα και κάθισε δίπλα μου στον καναπέ.

«Ξέρεις… κι εγώ κάποτε ήθελα να φύγω από τον πατέρα σου», μου είπε ξαφνικά.

Γύρισα και την κοίταξα έκπληκτη.

«Γιατί δεν το έκανες;»

«Γιατί φοβόμουν τι θα πει ο κόσμος.»

Έβαλα τα κλάματα στην αγκαλιά της. Για πρώτη φορά ένιωσα ότι με καταλαβαίνει.

Οι μήνες πέρασαν. Η δουλειά στην καφετέρια έγινε λίγο πιο εύκολη, οι πελάτες γνώριμοι. Ο Νίκος έγινε φίλος – ίσως κάτι παραπάνω στο μέλλον, ποιος ξέρει; Άρχισα να ξαναγελάω λίγο λίγο, να βρίσκω μικρές χαρές: έναν περίπατο στη θάλασσα στη Φλοίσβο, μια βόλτα στο Μοναστηράκι, ένα βιβλίο που διάβασα ξανά μετά από χρόνια.

Κάποιες νύχτες ακόμα κλαίω – όχι για τον Δημήτρη πια, αλλά για όλα όσα έχασα από τον εαυτό μου τόσα χρόνια που προσπαθούσα να είμαι «η σωστή γυναίκα». Τώρα όμως ξέρω πως μπορώ να σταθώ στα πόδια μου μόνη μου. Ίσως όχι όπως πριν – αλλά σίγουρα πιο αληθινή.

Αναρωτιέμαι: Πόσες γυναίκες στην Ελλάδα ζουν σιωπηλά τέτοιες ιστορίες; Πόσοι από εμάς έχουμε ξεχάσει ποιοι είμαστε στην προσπάθεια να μην απογοητεύσουμε τους άλλους;