Στη σκιά της νέας γυναίκας: Η μάχη μιας μάνας για την ευτυχία του γιου της
«Δεν καταλαβαίνεις, Μαρία; Δεν είναι πια δική σου απόφαση!» Η φωνή του Κώστα αντήχησε στο σαλόνι, γεμάτη θυμό και μια δόση ειρωνείας που με πλήγωνε κάθε φορά. Κοίταξα τον γιο μου, τον Νίκο, που καθόταν σιωπηλός στη γωνία, τα μάτια του καρφωμένα στο πάτωμα. Ήθελα να του φωνάξω να μιλήσει, να πει τι πραγματικά θέλει, αλλά η παρουσία της Δώρας, της νέας γυναίκας του πρώην άντρα μου, έκανε τον αέρα βαρύ και ασήκωτο.
Η Δώρα, πάντα με το ψεύτικο χαμόγελο και το τέλειο μακιγιάζ, έγειρε προς το μέρος μου. «Μαρία, όλοι θέλουμε το καλύτερο για τον Νίκο. Απλώς πρέπει να σκεφτούμε λογικά. Το σπίτι στα Πατήσια δεν είναι κατάλληλο για ένα παιδί που τώρα ξεκινά τη ζωή του.» Τα λόγια της ήταν μαχαίρι. Εγώ είχα μεγαλώσει στα Πατήσια, εκεί είχα κάνει τα πρώτα μου όνειρα. Πώς μπορούσε να το απορρίπτει έτσι;
«Δεν είναι παιδί πια, είναι άντρας!» πετάχτηκα. «Και ξέρει τι θέλει!»
Ο Κώστας αναστέναξε. «Μαρία, μην κάνεις τα πράγματα πιο δύσκολα. Η Δώρα έχει δίκιο. Το σπίτι στη Νέα Σμύρνη είναι καλύτερη επένδυση.»
Ένιωσα το αίμα να ανεβαίνει στο κεφάλι μου. Όλα αυτά τα χρόνια που πάλευα μόνη, που δούλευα διπλοβάρδιες στο νοσοκομείο για να μη λείψει τίποτα στον Νίκο, τώρα έβλεπα τη ζωή μας να γίνεται αντικείμενο διαπραγμάτευσης ανάμεσα σε ξένους.
«Νίκο, πες κάτι!» ψιθύρισα με σπασμένη φωνή.
Ο Νίκος σήκωσε το βλέμμα του διστακτικά. «Μαμά… δεν ξέρω. Θέλω απλώς να ηρεμήσουμε όλοι.»
Η Δώρα χαμογέλασε νικηφόρα. Ήξερε πως είχε κερδίσει άλλη μια μάχη.
Από εκείνη τη μέρα, τίποτα δεν ήταν ίδιο. Ο Νίκος απομακρύνθηκε. Δεν ερχόταν πια τα Σαββατοκύριακα για φαγητό, δεν με έπαιρνε τηλέφωνο όπως παλιά. Κάθε φορά που προσπαθούσα να του μιλήσω για το σπίτι ή για τη σχολή του, απαντούσε μονολεκτικά ή άλλαζε θέμα. Ένιωθα πως τον έχανα λίγο λίγο, σαν να τον τραβούσε μακριά της ένα αόρατο σχοινί.
Οι φίλες μου έλεγαν να κάνω υπομονή. «Τα παιδιά μεγαλώνουν, Μαρία. Πρέπει να τα αφήνεις να κάνουν τα δικά τους λάθη.» Αλλά εγώ ήξερα πως δεν ήταν μόνο αυτό. Η Δώρα είχε βάλει στόχο να με βγάλει από τη ζωή του Νίκου. Το έβλεπα στα μικρά πράγματα: όταν εκείνος ανέφερε κάτι που είχαμε κάνει μαζί, εκείνη έβρισκε τρόπο να το μειώσει ή να το γελοιοποιήσει. Όταν εγώ πρότεινα κάτι για το μέλλον του, εκείνη είχε πάντα μια καλύτερη ιδέα.
Μια μέρα, γύρισα σπίτι από τη δουλειά και βρήκα τον Νίκο να με περιμένει στο σαλόνι. Ήταν αργά το βράδυ και το πρόσωπό του ήταν χλωμό.
«Μαμά…» άρχισε διστακτικά. «Θέλω να σου πω κάτι.»
Κάθισα δίπλα του και έπιασα το χέρι του. «Τι συμβαίνει;»
«Ο μπαμπάς και η Δώρα… θέλουν να αγοράσουν το σπίτι στη Νέα Σμύρνη στο όνομά μου. Λένε πως είναι καλύτερο για μένα. Αλλά… νιώθω ότι σε προδίδω αν δεχτώ.»
Τα μάτια μου γέμισαν δάκρυα. «Νίκο μου, δεν με προδίδεις. Θέλω μόνο να είσαι ευτυχισμένος.»
«Δεν ξέρω τι θέλω πια…» ψιθύρισε και έγειρε στον ώμο μου.
Εκείνο το βράδυ δεν κοιμήθηκα καθόλου. Σκεφτόμουν όλα όσα είχα θυσιάσει για τον Νίκο – τα χρόνια που ήμουν μόνη, τα γενέθλια που περνούσα στη δουλειά για να μη μας λείψει τίποτα, τις νύχτες που ξενυχτούσα δίπλα του όταν είχε πυρετό ή όταν έκλαιγε για κάποιο κορίτσι στο σχολείο. Τώρα όλα αυτά φαίνονταν ασήμαντα μπροστά στην επιρροή μιας ξένης γυναίκας.
Τις επόμενες μέρες προσπάθησα να μιλήσω στον Κώστα. «Σε παρακαλώ, μην πιέζετε τον Νίκο. Αφήστε τον να αποφασίσει μόνος του.» Εκείνος όμως ήταν ανένδοτος.
«Η Δώρα ξέρει τι κάνει», είπε κοφτά. «Εσύ απλώς φοβάσαι μην τον χάσεις.»
Ήθελα να ουρλιάξω πως είχε δίκιο – φοβόμουν όσο τίποτα στον κόσμο μην χάσω τον γιο μου. Αλλά δεν το παραδέχτηκα ποτέ φωναχτά.
Η κατάσταση χειροτέρευε μέρα με τη μέρα. Ο Νίκος άρχισε να απομακρύνεται όλο και περισσότερο. Μια Κυριακή που τον κάλεσα για φαγητό, μου είπε πως είχε κανονίσει με τη Δώρα και τον πατέρα του να πάνε εκδρομή στην Αράχωβα.
Έμεινα μόνη στην κουζίνα, με το τραπέζι στρωμένο για τρεις και τα φαγητά άθικτα. Ένιωθα σαν φάντασμα μέσα στο ίδιο μου το σπίτι.
Το αποκορύφωμα ήρθε όταν ο Νίκος ανακοίνωσε πως θα μετακόμιζε τελικά στη Νέα Σμύρνη. Δεν με ρώτησε καν – απλώς με ενημέρωσε.
«Είναι καλύτερο έτσι», είπε ψυχρά.
«Για ποιον;» ρώτησα τρέμοντας.
Δεν απάντησε ποτέ.
Τις επόμενες εβδομάδες έβλεπα τις κούτες να φεύγουν μία μία από το δωμάτιό του. Κάθε φορά που έκλεινε πίσω του την πόρτα, ένιωθα ένα κομμάτι μου να φεύγει μαζί του.
Η Δώρα ερχόταν συχνά στο σπίτι για να “βοηθήσει” στη μετακόμιση. Κάθε φορά που την έβλεπα να αγγίζει τα πράγματα του γιου μου, ήθελα να της φωνάξω να φύγει – αλλά κρατιόμουν για χάρη του Νίκου.
Την τελευταία μέρα της μετακόμισης, ο Νίκος στάθηκε στην πόρτα και με κοίταξε αμήχανα.
«Μαμά…»
Δεν άντεξα άλλο. Τον αγκάλιασα σφιχτά και άφησα τα δάκρυα μου να κυλήσουν ελεύθερα.
«Να προσέχεις», του ψιθύρισα. «Και μην ξεχάσεις ποτέ ποια είσαι και από πού ήρθες.»
Έφυγε χωρίς να κοιτάξει πίσω.
Τις νύχτες ξαγρυπνώ στο άδειο δωμάτιό του και αναρωτιέμαι: Πού έκανα λάθος; Μπορεί μια μάνα ποτέ πραγματικά να αφήσει το παιδί της ελεύθερο; Ή μήπως η αγάπη μας γίνεται τελικά το μεγαλύτερο βάρος τους;
Πείτε μου εσείς: Πόσο μακριά πρέπει να φτάσει μια μάνα για την ευτυχία του παιδιού της;