Δέκα κόρες μετά: Η ιστορία μιας Ελληνίδας μάνας ανάμεσα σε ελπίδα και απογοήτευση

«Μαρία, αν είναι πάλι κορίτσι, τι θα κάνουμε;»

Η φωνή του άντρα μου, του Γιώργου, αντηχεί ακόμα στ’ αυτιά μου. Καθόταν στην άκρη του τραπεζιού, με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος, τα μάτια του καρφωμένα πάνω μου. Ήταν βράδυ, τα παιδιά είχαν ήδη κοιμηθεί, κι εγώ έπλενα τα πιάτα με τα χέρια μου να τρέμουν. Ήξερα πως δεν ήταν απλή ερώτηση. Ήταν το βάρος όλων αυτών των χρόνων, των εννιά κοριτσιών που έφερα στον κόσμο, των ψιθύρων στο χωριό, της μάνας του που κάθε φορά που με έβλεπε χαμογελούσε πικρά και μου έλεγε: «Υπομονή, Μαρία μου. Ο Θεός θα σου στείλει το αγόρι.»

Ένιωθα να πνίγομαι. Δεν ήθελα να απαντήσω. Τι να πω; Πως κάθε φορά που γεννούσα ένα κορίτσι, έβλεπα στα μάτια τους την απογοήτευση; Πως κάθε φορά που άκουγα το πρώτο κλάμα του μωρού, η χαρά μου μπερδευόταν με ενοχές; Πως αγαπούσα τα κορίτσια μου με όλη μου την ψυχή, αλλά ένιωθα πως δεν ήμουν αρκετή για τους άλλους;

«Δεν ξέρω, Γιώργο…» ψιθύρισα τελικά. «Ό,τι δώσει ο Θεός.»

Σηκώθηκε απότομα. «Ό,τι δώσει ο Θεός… Μα δεν βλέπεις; Όλο το χωριό γελάει πίσω από την πλάτη μας! Ο πατέρας μου δεν μιλάει καν για τα παιδιά μας. Λες και δεν υπάρχουν!»

Έσφιξα τα χείλη μου. Ο πεθερός μου, ο κυρ-Μανώλης, δεν είχε έρθει ποτέ να δει τα κορίτσια. Μόνο όταν γεννήθηκε η πρώτη μας κόρη, η Ελένη, είχε φέρει ένα ζευγάρι σκουλαρίκια και είχε πει: «Την επόμενη φορά να είναι αγόρι.» Από τότε, κάθε γέννα ήταν μια σιωπηλή αποδοκιμασία.

Η μάνα μου προσπαθούσε να με στηρίξει. «Μαρία μου, τα παιδιά είναι ευλογία. Μην ακούς κανέναν.» Αλλά κι εκείνη κάποιες φορές άφηνε να της ξεφύγει: «Άντε, να κάνεις κι ένα γιο να στεριώσεις το σπίτι.»

Το σπίτι… Ένα παλιό πέτρινο σπίτι στην άκρη του χωριού, με αυλή γεμάτη βασιλικό και γεράνια. Εκεί μεγάλωσα κι εγώ, εκεί μεγάλωναν τώρα και τα δικά μου παιδιά. Τα πρωινά ξυπνούσα πριν χαράξει για να ετοιμάσω πρωινό για όλους – ψωμί με μέλι και γάλα από τις κατσίκες μας. Μετά σχολείο οι μεγάλες, οι μικρές στο σπίτι μαζί μου. Όλη μέρα δουλειές: μαγείρεμα, καθάρισμα, ζύμωμα ψωμιού, φροντίδα για τα ζώα.

Τα βράδια μαζευόμασταν γύρω από το τραπέζι. Τα κορίτσια γελούσαν, τραγουδούσαν, μάλωναν για το ποια θα πλύνει τα πιάτα. Η μικρή μου, η Σοφία, πάντα ήθελε να κάθεται δίπλα μου και να με ρωτάει: «Μαμά, γιατί ο παππούς δεν έρχεται ποτέ;» Τι να της πω; Πως ο παππούς περίμενε αγόρι;

Κάθε φορά που πήγαινα στο παντοπωλείο του χωριού, ένιωθα τα βλέμματα πάνω μου. Η κυρά-Κατίνα ψιθύριζε στη φίλη της: «Πάλι έγκυος η Μαρία… Άντε να δούμε αν θα τα καταφέρει αυτή τη φορά.» Κι εγώ χαμογελούσα αμήχανα και έκανα πως δεν ακούω.

Μια μέρα ήρθε η μεγάλη μου κόρη, η Ελένη, κλαμένη από το σχολείο. «Μαμά, τα άλλα παιδιά λένε πως είμαστε κατάρα γιατί δεν έχουμε αδερφό…» Την πήρα αγκαλιά και της είπα: «Εσύ είσαι ευλογία για μένα. Όλες σας είστε.» Αλλά μέσα μου έκλαιγα.

Ο Γιώργος γινόταν όλο και πιο σκληρός. Δεν ήταν κακός άνθρωπος – απλώς μεγάλωσε κι εκείνος με την ιδέα πως το σπίτι χρειάζεται διάδοχο. Τα βράδια καθόταν σιωπηλός στη βεράντα και κάπνιζε. Μια φορά τον άκουσα να λέει στον φίλο του τον Νίκο: «Άμα δεν κάνει γιο αυτή τη φορά… δεν ξέρω τι θα κάνω.»

Άρχισα να φοβάμαι. Όχι μόνο για μένα – για τα κορίτσια μου. Μήπως μεγαλώσουν νιώθοντας πως δεν είναι αρκετές; Μήπως πιστέψουν πως η αξία τους εξαρτάται από το φύλο τους;

Τους τελευταίους μήνες της εγκυμοσύνης ήμουν νευρική. Κάθε κίνηση του μωρού στην κοιλιά με τρόμαζε και με γέμιζε ελπίδα μαζί. Κάθε βράδυ προσευχόμουν: «Θεέ μου, δώσε μου δύναμη να αντέξω ό,τι κι αν είναι.»

Η μέρα του τοκετού ήρθε με καταιγίδα. Ο Γιώργος με πήγε στο νοσοκομείο στο Ηράκλειο σχεδόν χωρίς να μιλάει. Η μαία με ρώτησε: «Τι θέλετε; Αγόρι ή κορίτσι;» Την κοίταξα στα μάτια: «Να είναι γερό.»

Όταν άκουσα το πρώτο κλάμα του μωρού μου, έκλαψα κι εγώ μαζί του. Ήταν κορίτσι – ένα μικρό θαύμα με μαύρα μαλλιά και μεγάλα μάτια σαν της Ελένης.

Ο Γιώργος μπήκε στο δωμάτιο. Το πρόσωπό του σκοτείνιασε μόλις είδε το ροζ σκουφάκι στο κεφάλι της μικρής.

«Πάλι κορίτσι…» είπε μόνο.

Ένιωσα την καρδιά μου να σπάει.

Τις επόμενες μέρες γύρισα σπίτι με βαριά καρδιά. Τα κορίτσια έτρεξαν να αγκαλιάσουν τη μικρή αδερφή τους – μόνο ο Γιώργος ήταν απόμακρος. Ο πεθερός μου ούτε που τηλεφώνησε.

Ένα βράδυ κάθισα μόνη στην αυλή. Κοίταξα τον ουρανό και σκέφτηκα όλα όσα είχα χάσει – τη χαρά κάθε γέννας που σκιάστηκε από τις προσδοκίες των άλλων. Σκέφτηκα όμως και όλα όσα είχα κερδίσει: εννιά υπέροχα κορίτσια που γελούσαν, αγαπούσαν και ζούσαν ελεύθερα.

Η Ελένη ήρθε δίπλα μου και με ρώτησε: «Μαμά, είσαι καλά;» Την αγκάλιασα σφιχτά.

«Είμαι καλά όταν σας βλέπω όλες μαζί», της είπα.

Αλλά μέσα μου αναρωτιόμουν: Γιατί πρέπει η αξία μιας μάνας – ή ενός παιδιού – να μετριέται με βάση το φύλο; Πότε θα μάθουμε να αγαπάμε χωρίς όρους;

Εσείς τι λέτε; Θα αλλάξει ποτέ αυτή η νοοτροπία στα χωριά μας; Θα μπορέσουν οι κόρες μας να νιώσουν περήφανες για αυτό που είναι;