Πήγα να ξεκουραστώ στην Αθήνα, αλλά βρέθηκα να πνίγομαι στη μοναξιά και την αχαριστία του γιου μου

«Μάνα, μην ξεχάσεις να βγάλεις τα ρούχα από το πλυντήριο, ε;»

Η φωνή του Νίκου αντήχησε από το διάδρομο, ενώ εγώ στεκόμουν ακόμα με το παλτό στο χέρι, μόλις είχα φτάσει από τη Λάρισα. Δεν πρόλαβα καν να αφήσω τη βαλίτσα μου κάτω. Κοίταξα γύρω το μικρό διαμέρισμα στην Κυψέλη – παντού ρούχα, άπλυτα πιάτα, χαρτιά και βιβλία σκορπισμένα. Ήρθα με την ελπίδα να περάσουμε λίγο χρόνο μαζί, να ξεκουραστώ, να νιώσω ξανά μητέρα και παιδί. Αντί γι’ αυτό, ένιωσα αμέσως σαν υπηρέτρια.

«Νίκο μου, μόλις ήρθα… Μήπως να κάτσουμε λίγο μαζί;» τόλμησα να πω, μα εκείνος ήδη είχε βάλει τα ακουστικά του και έγραφε κάτι στον υπολογιστή.

Η πρώτη μέρα πέρασε με εμένα να μαζεύω, να σκουπίζω και να προσπαθώ να βρω χώρο στο ψυγείο για τα φαγητά που είχα φέρει από το σπίτι. Ο Νίκος σχεδόν δεν μίλησε – μόνο κάτι βιαστικά «ευχαριστώ» όταν του άφηνα το πιάτο μπροστά του. Το βράδυ, όταν κάθισα στον καναπέ, άκουσα τον εαυτό μου να αναστενάζει. Ήμουν κουρασμένη, όχι μόνο σωματικά, αλλά και ψυχικά.

Τη δεύτερη μέρα, προσπάθησα ξανά. «Νίκο, θες να πάμε μια βόλτα στο Ζάππειο; Να πιούμε έναν καφέ;»

«Δεν προλαβαίνω, μάνα. Έχω δουλειές. Άσε που δεν έχω και λεφτά για καφέδες τώρα.»

Ένιωσα ένα σφίξιμο στο στήθος. Θυμήθηκα όταν ήταν μικρός και με παρακαλούσε να πάμε στην πλατεία της γειτονιάς. Τότε ήμουν πάντα κουρασμένη από τη δουλειά στο νοσοκομείο, αλλά ποτέ δεν του έλεγα όχι. Τώρα που μεγάλωσε, εγώ ήμουν αυτή που παρακαλούσε για λίγη παρέα.

Το βράδυ της τρίτης μέρας, άκουσα τον Νίκο να μιλάει στο τηλέφωνο με κάποιο φίλο του.

«Έλα ρε, δεν μπορώ να βγω σήμερα. Η μάνα μου είναι εδώ και πρέπει να φάει… Ναι, ναι, πάλι τα ίδια.»

Ένιωσα σαν βάρος. Πήγα στο δωμάτιο και έκλεισα την πόρτα πίσω μου. Κοίταξα τη φωτογραφία μας από τότε που ήταν παιδί – γελούσαμε και οι δύο. Πού πήγε αυτή η αγάπη; Πότε έγινα απλώς μια υποχρέωση;

Την επόμενη μέρα αποφάσισα να μην κάνω τίποτα. Δεν μαγείρεψα, δεν καθάρισα. Κάθισα απλά στον καναπέ και διάβασα ένα βιβλίο που είχα φέρει μαζί μου. Ο Νίκος γύρισε το απόγευμα και με κοίταξε απορημένος.

«Δεν έφτιαξες φαγητό;»

«Όχι, Νίκο μου. Είπα σήμερα να ξεκουραστώ λίγο.»

Σήκωσε τους ώμους και παράγγειλε σουβλάκια. Δεν είπε τίποτα άλλο όλο το βράδυ.

Το ίδιο σκηνικό συνεχίστηκε για μέρες. Εγώ προσπαθούσα να πλησιάσω τον γιο μου, εκείνος απομακρυνόταν όλο και περισσότερο. Μια μέρα τόλμησα να του μιλήσω ανοιχτά.

«Νίκο, νιώθω πως δεν με θες εδώ…»

Με κοίταξε με ένα βλέμμα που δεν είχα ξαναδεί – ούτε θυμός ούτε αγάπη. Μόνο αδιαφορία.

«Μάνα, μεγάλωσα πια. Έχω τη ζωή μου εδώ. Δεν χρειάζομαι κάποιον να μου μαγειρεύει ή να μου καθαρίζει.»

«Δεν ήρθα μόνο γι’ αυτό… Ήρθα γιατί μου λείπεις.»

Δεν απάντησε. Έφυγε από το σπίτι και γύρισε αργά το βράδυ.

Εκείνο το βράδυ έκλαψα σιωπηλά. Θυμήθηκα όλες τις φορές που ξενύχτησα δίπλα του όταν ήταν άρρωστος, όλες τις αγωνίες για το μέλλον του, όλες τις θυσίες που έκανα για να μη του λείψει τίποτα. Και τώρα; Ήμουν απλώς μια φιλοξενούμενη που ενοχλούσε.

Την τελευταία μέρα πριν φύγω, προσπάθησα να του μιλήσω ξανά.

«Νίκο, θα ήθελα απλά να ξέρω ότι με αγαπάς ακόμα.»

Με κοίταξε για μια στιγμή – ίσως είδα μια σκιά ενοχής στα μάτια του.

«Σε αγαπάω, μάνα… Απλά… Δεν ξέρω πώς να το δείξω.»

Έφυγα από την Αθήνα με βαριά καρδιά. Στο τρένο πίσω για Λάρισα κοιτούσα τα χωράφια που περνούσαν έξω από το παράθυρο και αναρωτιόμουν: Μήπως τελικά η αγάπη μιας μάνας είναι δεδομένη; Μήπως ποτέ δεν εκτιμάται όσο πρέπει;

Τώρα που γράφω αυτές τις γραμμές, σκέφτομαι: Πόσες μάνες νιώθουν έτσι; Πόσοι γιοι και κόρες ξεχνούν τη ζεστασιά της αγκαλιάς που τους μεγάλωσε; Άραγε θα έρθει ποτέ η στιγμή που θα νιώσω κι εγώ ότι αξίζω λίγη αγάπη;