«Της χάρισα το σπίτι μου στην Αθήνα. Ένα χρόνο μετά, με πέταξε στον δρόμο» – Η ιστορία μιας μάνας που έχασε τα πάντα από το ίδιο της το παιδί
«Μάνα, δεν γίνεται άλλο. Θέλω να φύγεις. Το σπίτι είναι δικό μου τώρα.»
Η φωνή της Μαρίας αντηχεί ακόμα στ’ αυτιά μου, κοφτή, ψυχρή, ξένη. Στέκομαι μπροστά της, με τα χέρια να τρέμουν και τα μάτια να καίνε. Δεν μπορώ να πιστέψω πως το παιδί που μεγάλωσα με τόση αγάπη, που θυσίασα τα πάντα για να μη του λείψει τίποτα, τώρα με κοιτάει σαν βάρος. Σαν ξένη.
«Μαρία, παιδί μου… Πού να πάω; Εδώ είναι το σπίτι μας…» ψιθυρίζω, σχεδόν ικετεύοντας.
«Το σπίτι είναι δικό μου. Το έγραψες στο όνομά μου. Δεν αντέχω άλλο να μένεις εδώ. Θέλω τον χώρο μου!»
Η πόρτα κλείνει μπροστά μου με έναν ήχο που μοιάζει με χαστούκι. Μένω εκεί, στην είσοδο της πολυκατοικίας στα Πατήσια, με μια βαλίτσα στο χέρι και την ψυχή μου σμπαραλιασμένη. Η Αθήνα γύρω μου βουίζει αδιάφορη. Κανείς δεν νοιάζεται για μια μάνα που έμεινε άστεγη από το ίδιο της το παιδί.
Πριν έναν χρόνο, όλα ήταν αλλιώς. Η Μαρία είχε μόλις χωρίσει με τον Αντώνη και ήρθε να μείνει μαζί μου. Έβλεπα τη θλίψη στα μάτια της, την ανασφάλεια. «Μάνα, φοβάμαι πως δεν θα τα καταφέρω μόνη μου», μου είπε ένα βράδυ, ενώ πίναμε τσάι στην κουζίνα.
«Εγώ είμαι εδώ για σένα, κορίτσι μου. Όλα θα πάνε καλά», της απάντησα και της χάιδεψα τα μαλλιά όπως όταν ήταν μικρή.
Τότε άρχισε να μου λέει για τα οικονομικά της προβλήματα. Για το δάνειο που είχε πάρει για το αυτοκίνητο, για τη δουλειά της που δεν της έδινε πια σταθερό μισθό. «Αν είχα το σπίτι στο όνομά μου, θα μπορούσα να πάρω ένα μικρό δάνειο να ξεχρεώσω», είπε διστακτικά.
Δεν το σκέφτηκα πολύ. Ήμουν σίγουρη πως η Μαρία δεν θα με πλήγωνε ποτέ. Πήγαμε μαζί στον συμβολαιογράφο και υπέγραψα τη μεταβίβαση. «Είσαι όλη μου η ζωή», της είπα τότε.
Τους πρώτους μήνες όλα έμοιαζαν ήρεμα. Η Μαρία έβγαινε συχνά, έφερνε φίλους στο σπίτι, γέλια και φωνές γέμιζαν το διαμέρισμα. Εγώ μαγείρευα τα αγαπημένα της φαγητά – γεμιστά, παστίτσιο, σπανακόπιτα – και ένιωθα πως ξαναβρίσκουμε τη χαμένη μας οικειότητα.
Όμως σιγά-σιγά άρχισε να αλλάζει. Έγινε νευρική, απόμακρη. Μου μιλούσε απότομα για ασήμαντα πράγματα: «Μην αφήνεις τα παπούτσια σου στο χολ!», «Πάλι ξέχασες ανοιχτό το φως!». Μια μέρα γύρισε σπίτι αργά και με βρήκε να βλέπω τηλεόραση στο σαλόνι.
«Δεν μπορείς να κάθεσαι εδώ όποτε θέλεις! Θέλω να φέρω φίλους!»
Ένιωσα σαν φιλοξενούμενη στο ίδιο μου το σπίτι. Προσπάθησα να της μιλήσω, να καταλάβω τι συμβαίνει.
«Μαρία, τι έχεις; Γιατί φέρεσαι έτσι;»
Με κοίταξε με μάτια γεμάτα θυμό.
«Δεν αντέχω άλλο! Θέλω να ζήσω τη ζωή μου! Δεν είμαι πια παιδί!»
Έκλεισα την πόρτα του δωματίου μου και έκλαψα σιωπηλά όλο το βράδυ. Θυμήθηκα τα χρόνια που ήμουν μόνη με τη Μαρία – ο πατέρας της μας άφησε όταν εκείνη ήταν πέντε χρονών. Δούλευα σε καθαριστήριο στα Κάτω Πατήσια για να τα βγάλουμε πέρα. Δεν είχα βοήθεια από πουθενά – ούτε αδέρφια, ούτε γονείς ζωντανούς.
Η Μαρία ήταν όλος ο κόσμος μου. Της στερήθηκα τα πάντα για να έχει εκείνη όσα χρειαζόταν: φροντιστήρια αγγλικών, εκδρομές με το σχολείο, καινούρια ρούχα κάθε Χριστούγεννα.
Τώρα όμως ένιωθα πως δεν ήμουν πια απαραίτητη στη ζωή της. Ήμουν βάρος.
Τις επόμενες εβδομάδες η κατάσταση χειροτέρεψε. Η Μαρία άρχισε να φέρνει συχνά τον νέο της φίλο, τον Γιώργο. Δεν με σύστησε ποτέ επίσημα – απλώς περνούσαν από μπροστά μου σαν να μην υπάρχω.
Ένα βράδυ άκουσα τυχαία μια συζήτησή τους στην κουζίνα:
«Δεν μπορώ άλλο με τη μάνα μου εδώ μέσα», έλεγε η Μαρία.
«Γιατί δεν της λες να φύγει; Το σπίτι είναι δικό σου τώρα», απάντησε ο Γιώργος αδιάφορα.
Ένιωσα μαχαιριά στην καρδιά. Πώς γίνεται το ίδιο σου το παιδί να σε βλέπει σαν εμπόδιο;
Την επόμενη μέρα προσπάθησα να μιλήσω στη Μαρία.
«Μαρία, αν σε ενοχλώ τόσο πολύ… μπορώ να πάω σε μια φίλη για λίγο μέχρι να βρείτε τι θα κάνετε», είπα ήρεμα.
Με κοίταξε ψυχρά.
«Όχι για λίγο. Θέλω να φύγεις οριστικά.»
Ένιωσα τον κόσμο να γκρεμίζεται κάτω από τα πόδια μου.
«Πού να πάω; Δεν έχω κανέναν…»
«Δεν με νοιάζει! Βρες λύση! Εγώ θέλω τον χώρο μου!»
Από εκείνη τη μέρα άρχισε ένας εφιάλτης. Η Μαρία άλλαξε κλειδαριά χωρίς να με ενημερώσει – μια μέρα γύρισα από το σούπερ μάρκετ και δεν μπορούσα να μπω στο σπίτι. Χτύπησα το κουδούνι και άνοιξε ο Γιώργος.
«Η Μαρία δεν θέλει να σε δει», είπε ψυχρά και έκλεισε την πόρτα στα μούτρα μου.
Πέρασα τη νύχτα σε ένα παγκάκι στην πλατεία Αμερικής. Έβρεχε και κρύωνα μέχρι το κόκαλο. Το πρωί πήγα στη φίλη μου τη Σοφία – η μόνη που μου στάθηκε πραγματικά.
«Έλα μέσα, Χριστίνα… Μην κλαις άλλο», είπε και με αγκάλιασε σφιχτά.
Έμεινα μαζί της λίγες μέρες μέχρι να μαζέψω τα κομμάτια μου. Προσπάθησα να μιλήσω στη Μαρία ξανά – της έστειλα μηνύματα, την πήρα τηλέφωνο, αλλά δεν απάντησε ποτέ.
Πήγα σε δικηγόρο μήπως μπορώ να κάνω κάτι νομικά.
«Δυστυχώς κυρία Χριστίνα… Το σπίτι είναι στο όνομα της κόρης σας πλέον. Δεν μπορείτε να κάνετε τίποτα», μου είπε ο δικηγόρος χωρίς ίχνος συμπόνιας.
Ένιωσα προδομένη από όλους – από το παιδί μου, από την κοινωνία που δεν προστατεύει τις μανάδες σαν εμένα, από τον ίδιο μου τον εαυτό που εμπιστεύτηκα τόσο τυφλά.
Τώρα μένω σε ένα μικρό δωμάτιο που νοικιάζω με τα λίγα χρήματα που έχω από τη σύνταξή μου. Κάθε βράδυ κοιτάζω το ταβάνι και αναρωτιέμαι: Πού έκανα λάθος; Είναι η αγάπη της μάνας τόσο δεδομένη που κάποια στιγμή γίνεται αόρατη;
Αν μπορούσα να γυρίσω τον χρόνο πίσω… Θα έκανα τα ίδια; Ή μήπως πρέπει κάποτε οι μανάδες στην Ελλάδα να μάθουμε να αγαπάμε και τον εαυτό μας;
Εσείς τι λέτε; Είναι σωστό μια μάνα να θυσιάζει τα πάντα για το παιδί της ή πρέπει κάποτε να βάζει όρια;