«Δεν μπορώ άλλο να είμαι το κορίτσι για όλες τις δουλειές»: Η αλήθεια που έκρυβα από την κυρία Μαρία

«Μαρία, δεν μπορώ άλλο. Δεν είμαι πια το κορίτσι για όλες τις δουλειές σου.»

Η φωνή μου έτρεμε, αλλά τα μάτια μου ήταν στεγνά. Η κυρία Μαρία με κοίταξε σαν να μην καταλάβαινε τι της έλεγα. Ήμασταν στην κουζίνα της, εκεί όπου είχα περάσει αμέτρητα απογεύματα να καθαρίζω, να μαγειρεύω, να ακούω τα παράπονά της για τη ζωή, για την κόρη της, για τον άντρα που την άφησε πριν τριάντα χρόνια. Κι εγώ, πάντα εκεί, να γνέφω καταφατικά, να προσπαθώ να γεμίσω το κενό της με τη δική μου παρουσία.

«Τι εννοείς, Ελένη;» Η φωνή της ήταν ψιθυριστή, σχεδόν φοβισμένη. «Πάντα ήσουν εδώ για μένα. Εσύ είσαι η οικογένειά μου.»

Ένιωσα ένα κύμα ενοχής να με πνίγει. Πόσες φορές είχα ακούσει αυτή τη φράση; Πόσες φορές είχα αφήσει τη δική μου μητέρα μόνη στο σπίτι μας στο Περιστέρι, για να τρέξω στην Κυψέλη, στη Μαρία; Πόσες φορές είχα ακυρώσει ραντεβού με φίλους, είχα χάσει γενέθλια της ανιψιάς μου, είχα ξεχάσει τον εαυτό μου;

«Δεν μπορώ άλλο», επανέλαβα. «Έχω κι εγώ ζωή, κυρία Μαρία. Έχω κι εγώ ανάγκες.»

Η Μαρία έμεινε σιωπηλή. Το ρολόι στον τοίχο χτυπούσε εκνευριστικά δυνατά. Θυμήθηκα την πρώτη φορά που μπήκα σε αυτό το σπίτι, πριν οκτώ χρόνια. Ήμουν τότε 27 χρονών, άνεργη μετά το κλείσιμο του βιβλιοπωλείου όπου δούλευα. Η Μαρία με βρήκε μέσω μιας γνωστής και μου ζήτησε να τη βοηθάω με τα ψώνια και το σπίτι. Στην αρχή ήταν λίγες ώρες τη βδομάδα. Μετά έγιναν μέρες ολόκληρες.

Η κόρη της, η Σοφία, εμφανιζόταν σπάνια. Μια φορά το μήνα, ίσως και λιγότερο. Όποτε ερχόταν, με κοιτούσε αφ’ υψηλού, σαν να ήμουν αόρατη. Μια φορά την άκουσα να λέει στη μητέρα της: «Γιατί δεν τα κάνεις μόνη σου; Πληρώνεις την Ελένη για να κάθεται;» Η Μαρία θύμωσε τότε και της είπε: «Εσύ δεν είσαι ποτέ εδώ! Η Ελένη είναι η οικογένειά μου!»

Αυτό το «οικογένεια» ήταν βαρύ φορτίο. Δεν ήμουν οικογένεια. Ήμουν μια γυναίκα που είχε ανάγκη τα λεφτά και που ήθελε να νιώθει χρήσιμη. Αλλά όσο περνούσαν τα χρόνια, ένιωθα ότι πνιγόμουν.

Τα προβλήματα στο δικό μου σπίτι μεγάλωναν. Η μητέρα μου είχε αρχίσει να ξεχνάει πράγματα – μια φορά έβαλε το φαγητό στο φούρνο και το ξέχασε αναμμένο όλο το βράδυ. Ο αδερφός μου είχε φύγει για τη Γερμανία και εγώ ήμουν μόνη μαζί της. Κι όμως, κάθε φορά που χτυπούσε το τηλέφωνο και ήταν η Μαρία, έτρεχα.

«Ελένη, σε παρακαλώ…» Η φωνή της Μαρία έσπασε τη σιωπή μου. «Δεν έχω κανέναν άλλον.»

Ένιωσα τα μάτια μου να καίνε. Ήθελα να της φωνάξω: «Ούτε εγώ έχω κανέναν! Εσύ έχεις κόρη! Εγώ έχω μόνο εμένα!» Αλλά δεν το είπα. Αντί γι’ αυτό, κάθισα απέναντί της και πήρα μια βαθιά ανάσα.

«Κυρία Μαρία… πρέπει να μιλήσετε με τη Σοφία. Δεν μπορώ να συνεχίσω έτσι. Η μητέρα μου με χρειάζεται. Κι εγώ χρειάζομαι εμένα.»

Η Μαρία έσκυψε το κεφάλι. Τα χέρια της έτρεμαν πάνω στο τραπέζι. Για μια στιγμή σκέφτηκα να τα πιάσω, αλλά συγκρατήθηκα.

«Η Σοφία δεν ενδιαφέρεται», είπε τελικά πικρά. «Πάντα ήσουν εσύ εδώ.»

Ένιωσα ένα κύμα θυμού να με διαπερνάει. «Δεν είναι δίκαιο αυτό», της είπα ήρεμα αλλά σταθερά. «Δεν μπορώ να είμαι υπεύθυνη για όλα.»

Η Μαρία δεν απάντησε. Σηκώθηκα και πήγα προς την πόρτα. Πριν φύγω, γύρισα και την κοίταξα για τελευταία φορά εκείνο το βράδυ.

«Θα έρθω αύριο να μαζέψω τα πράγματά μου», της είπα χαμηλόφωνα.

Όλο το βράδυ δεν κοιμήθηκα. Η μητέρα μου με ρώτησε τι έχω – «Τίποτα», της απάντησα ψέματα. Αλλά μέσα μου ένιωθα σαν να έχασα κάτι σημαντικό, κι ας ήξερα ότι έπρεπε να το κάνω.

Την επόμενη μέρα πήγα στην Κυψέλη νωρίς το πρωί. Η Μαρία καθόταν στο σαλόνι με τη Σοφία δίπλα της – έκπληξη! Δεν την περίμενα εκεί.

«Ελένη», είπε η Σοφία ψυχρά, «η μητέρα μου λέει ότι θέλεις να φύγεις.»

Την κοίταξα στα μάτια χωρίς φόβο αυτή τη φορά.

«Ναι», απάντησα απλά.

Η Σοφία ανασήκωσε τους ώμους της αδιάφορα. «Εντάξει λοιπόν. Θα βρούμε κάποια άλλη.»

Η Μαρία γύρισε προς το μέρος μου με μάτια γεμάτα δάκρυα.

«Σε παρακαλώ…» ψιθύρισε ξανά.

Έσκυψα και φίλησα το χέρι της – όπως έκανε πάντα η γιαγιά μου όταν αποχαιρετούσε κάποιον που αγαπούσε.

«Σας ευχαριστώ για όλα», της είπα και βγήκα από το σπίτι χωρίς να κοιτάξω πίσω.

Στο δρόμο για το Περιστέρι ένιωθα ανάλαφρη και βαριά ταυτόχρονα. Ελεύθερη αλλά και γεμάτη ενοχές.

Στο σπίτι βρήκα τη μητέρα μου να κάθεται στο μπαλκόνι με ένα φλιτζάνι ελληνικό καφέ στα χέρια.

«Γύρισες νωρίς σήμερα», είπε χαμογελώντας αχνά.

Κάθισα δίπλα της και πήρα το χέρι της στα δικά μου.

«Μαμά… από σήμερα θα είμαι πιο πολύ εδώ», της είπα και τα μάτια της γέμισαν δάκρυα χαράς.

Αναρωτιέμαι ακόμα αν έκανα το σωστό ή αν απλώς εγκατέλειψα μια γυναίκα που με είχε ανάγκη όσο κι εγώ εκείνη. Πόσο εύκολο είναι τελικά να βάζεις όρια όταν όλοι γύρω σου σε έχουν μάθει να λες πάντα «ναι»;

Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου; Θα αντέχατε να πείτε «όχι» σε κάποιον που σας βλέπει σαν οικογένεια;