«Υπάρχουν πληγές που δεν κλείνουν ποτέ: Η σκιά μιας άλλης γυναίκας στον γάμο μου»
«Πάλι αργείς, Νίκο;» Η φωνή μου έτρεμε, κι ας προσπαθούσα να την κρατήσω ήρεμη. Ήταν η τρίτη φορά μέσα στην εβδομάδα που ο Νίκος γύριζε σπίτι μετά τα μεσάνυχτα. Η Αθήνα έξω βουτούσε στη σιωπή, αλλά το σπίτι μας έβραζε από ανείπωτα λόγια.
«Είχα δουλειά, Μαρία. Μην αρχίζεις πάλι…»
Δεν ήθελα να αρχίσω. Ήθελα να τελειώσω. Να τελειώσω με τις αμφιβολίες, με τα ψέματα που έσταζαν σαν βροχή από τα χείλη του. Ήξερα. Το ήξερα πριν ακόμα βρω εκείνο το μήνυμα στο κινητό του, πριν διαβάσω το «Μου λείπεις» από μια άγνωστη Ελένη. Ήξερα από τον τρόπο που με κοίταζε πια – ή μάλλον, που δεν με κοίταζε.
Τις πρώτες μέρες μετά την αποκάλυψη, ένιωθα σαν να περπατάω σε γυαλιά. Η μάνα μου, η κυρία Σοφία, έλεγε πάντα πως οι άντρες είναι σαν τα παιδιά – θέλουν προσοχή, αλλιώς ψάχνουν αλλού. «Να τον κρατάς κοντά σου, Μαρία μου», μου ψιθύριζε όταν της το είπα. Ο πατέρας μου, ο κύριος Γιώργος, δεν είπε τίποτα – μόνο με κοίταξε με εκείνο το βλέμμα που λέει «Σου τα ‘λεγα». Η αδερφή μου η Κατερίνα, πιο νέα και πιο θυμωμένη, φώναζε: «Διώξ’ τον! Δεν αξίζει!»
Αλλά εγώ; Εγώ ήμουν δειλή ή απλά ερωτευμένη; Ήμουν μάνα δύο παιδιών – της μικρής Άννας και του Γιώργου. Πώς να τους στερήσω τον πατέρα τους; Πώς να διαλύσω το σπίτι μας; Έτσι αποφάσισα να παλέψω. Να συγχωρέσω. Να προσπαθήσω να ξεχάσω.
Τα χρόνια πέρασαν σαν σκιά. Ο Νίκος έμεινε – ή τουλάχιστον το σώμα του έμεινε. Το μυαλό του, η καρδιά του, ήταν αλλού. Κάποιες φορές τον έβλεπα να χαμογελάει στο κινητό του και το στομάχι μου γινόταν κόμπος. Άλλες φορές, όταν κάναμε έρωτα – σπάνια πια – ένιωθα πως αγκαλιάζει μια ξένη.
Μια μέρα, καθώς πήγαινα την Άννα στο φροντιστήριο αγγλικών στο Παγκράτι, την είδα. Ήταν εκείνη – η Ελένη. Την αναγνώρισα αμέσως από τη φωτογραφία στο Facebook που είχα βρει μετά από ατελείωτες ώρες stalking και αυτοβασανισμού. Ψηλή, ξανθιά, με εκείνο το βλέμμα που λέει «ξέρω τι αξίζω». Μιλούσε στο τηλέφωνο και γελούσε δυνατά. Για μια στιγμή σκέφτηκα να της μιλήσω. Να της πω: «Εγώ είμαι η γυναίκα του Νίκου». Αλλά τα πόδια μου κόπηκαν.
Το βράδυ εκείνο δεν κοιμήθηκα καθόλου. Ο Νίκος ροχάλιζε δίπλα μου κι εγώ κοιτούσα το ταβάνι. Σκεφτόμουν όλα όσα είχα θυσιάσει για αυτόν τον γάμο: τη δουλειά μου ως γραμματέας σε μια μικρή εταιρεία στη Νέα Σμύρνη που άφησα όταν γεννήθηκε ο Γιώργος, τις φιλίες μου που χάθηκαν μέσα στις υποχρεώσεις και τις ζήλιες, τα όνειρά μου για ταξίδια και ελευθερία.
Την επόμενη μέρα, καθώς έφτιαχνα καφέ στην κουζίνα, μπήκε η πεθερά μου, η κυρία Ειρήνη.
«Μαρία, πρέπει να μιλήσουμε», είπε αυστηρά.
«Τι συμβαίνει;»
«Ο Νίκος είναι καλό παιδί, αλλά εσύ… έχεις αλλάξει. Δεν γελάς πια, δεν φροντίζεις τον εαυτό σου. Οι άντρες θέλουν χαρά στο σπίτι τους.»
Ένιωσα το αίμα να ανεβαίνει στο κεφάλι μου.
«Δηλαδή εγώ φταίω; Εγώ φταίω που ο γιος σας…»
«Μην τολμήσεις να πεις κάτι κακό για τον Νίκο!»
Έφυγε χτυπώντας την πόρτα. Έμεινα μόνη, με τα δάκρυα να τρέχουν αθόρυβα στα μάγουλά μου.
Το ίδιο βράδυ ο Νίκος γύρισε νωρίς. Τα παιδιά είχαν κοιμηθεί και καθίσαμε στην κουζίνα.
«Μαρία…» ξεκίνησε διστακτικά.
«Ναι;»
«Ξέρω ότι δεν είμαι αυτός που ήθελες να είμαι. Αλλά… προσπάθησα.»
«Προσπάθησες;» γέλασα πικρά. «Προσπάθησες να ξεχάσεις την Ελένη ή προσπάθησες να με κάνεις να μην καταλάβω τίποτα;»
Σιώπησε. Για πρώτη φορά τον είδα αδύναμο.
«Δεν ξέρω τι άλλο να κάνω», είπε τελικά.
«Ούτε εγώ», απάντησα.
Τις επόμενες μέρες ζούσαμε σαν ξένοι στο ίδιο σπίτι. Τα παιδιά καταλάβαιναν πως κάτι δεν πήγαινε καλά – η Άννα άρχισε να βρέχει το κρεβάτι της τα βράδια και ο Γιώργος έγινε πιο νευρικός.
Ένα απόγευμα, καθώς περίμενα στην ουρά στο σούπερ μάρκετ της γειτονιάς, άκουσα πίσω μου μια φωνή:
«Εσύ πρέπει να είσαι η Μαρία.»
Γύρισα και την είδα – την Ελένη. Με κοίταξε στα μάτια χωρίς ίχνος ενοχής.
«Θέλω να σου μιλήσω», είπε ήρεμα.
Βγήκαμε έξω και καθίσαμε σε ένα παγκάκι στην πλατεία Βαρνάβα.
«Δεν ήθελα ποτέ να σου κάνω κακό», ξεκίνησε εκείνη.
«Και όμως το έκανες», απάντησα ψυχρά.
«Ο Νίκος… ήταν μόνος του πολύ καιρό πριν γνωριστούμε. Μου είπε ότι ο γάμος σας είχε τελειώσει.»
Γέλασα ειρωνικά.
«Ο γάμος μας είχε προβλήματα – όπως όλοι οι γάμοι στην Ελλάδα σήμερα. Αλλά δεν είχε τελειώσει.»
Με κοίταξε λυπημένα.
«Δεν είμαι τέρας, Μαρία. Κι εγώ πληγώθηκα.»
Σηκώθηκα να φύγω.
«Εσύ μπορείς να φύγεις όποτε θέλεις. Εγώ πρέπει να μείνω και να μαζέψω τα κομμάτια.»
Όταν γύρισα σπίτι, ο Νίκος ήταν στην αυλή και κάπνιζε νευρικά.
«Την είδα σήμερα», του είπα χωρίς περιστροφές.
Με κοίταξε σαν χαμένος.
«Τι σου είπε;»
«Ότι κι αυτή πληγώθηκε.»
Κούνησε το κεφάλι του απογοητευμένος.
«Μαρία… θέλεις πραγματικά να συνεχίσουμε έτσι;»
Δεν απάντησα. Για πρώτη φορά ένιωσα πως ίσως δεν ήθελα πια να παλέψω για κάτι που είχε πεθάνει μέσα μου εδώ και χρόνια.
Την επόμενη μέρα πήρα τα παιδιά και πήγα στη μάνα μου στη Λαμία για λίγες μέρες. Εκεί, ανάμεσα στις μυρωδιές της παλιάς κουζίνας και τις φωνές των ανιψιών μου που έπαιζαν στην αυλή, ένιωσα μια παράξενη ελευθερία. Η μάνα μου με αγκάλιασε σφιχτά.
«Όλα περνάνε, Μαρία μου», είπε τρυφερά.
Αλλά περνάνε στ’ αλήθεια; Ή μήπως υπάρχουν πληγές που δεν κλείνουν ποτέ;
Γύρισα στην Αθήνα πιο δυνατή – ή έτσι νόμιζα. Ο Νίκος είχε μαζέψει κάποια πράγματά του και είχε φύγει για λίγο στο πατρικό του στον Πειραιά. Τα παιδιά ρωτούσαν κάθε βράδυ πότε θα γυρίσει ο μπαμπάς τους κι εγώ προσπαθούσα να μην κλάψω μπροστά τους.
Οι μέρες περνούσαν αργά. Έπιασα ξανά δουλειά σε ένα μικρό λογιστικό γραφείο στη γειτονιά μας για λίγες ώρες τη μέρα – όχι γιατί χρειαζόμουν τα χρήματα τόσο όσο χρειαζόμουν να νιώσω χρήσιμη ξανά.
Ένα βράδυ ο Νίκος γύρισε για να δει τα παιδιά. Καθίσαμε στην κουζίνα – πάντα εκεί λύνονταν ή χάνονταν όλα στη ζωή μας.
«Μπορούμε να προσπαθήσουμε ξανά;» ρώτησε διστακτικά.
Τον κοίταξα βαθιά στα μάτια – για πρώτη φορά μετά από χρόνια είδα έναν άνθρωπο κουρασμένο, φοβισμένο, όχι τον άντρα που αγάπησα κάποτε αλλά έναν ξένο που ζητούσε συγχώρεση.
«Δεν ξέρω αν μπορώ», του είπα ειλικρινά. «Δεν ξέρω αν θέλω.»
Σηκώθηκε και έφυγε χωρίς άλλη κουβέντα.
Τώρα γράφω αυτές τις γραμμές μόνη στο σαλόνι μας, ενώ τα παιδιά κοιμούνται ήσυχα στα δωμάτιά τους. Η Αθήνα έξω είναι γεμάτη φώτα κι εγώ αναρωτιέμαι: Μπορείς ποτέ στ’ αλήθεια να συγχωρέσεις; Ή μήπως υπάρχουν πληγές που δεν κλείνουν ποτέ;