Γιατί με συγκρίνει πάντα με την πρώην του; Η ιστορία μιας γυναίκας που παλεύει να βρει τον εαυτό της μέσα σε έναν γάμο γεμάτο συγκρίσεις
«Μα γιατί δεν το κάνεις όπως το έκανε η Ελένη; Εκείνη ήξερε να φτιάχνει το παστίτσιο όπως το θέλει ο Νίκος!»
Η φωνή της κυρίας Μαρίας αντηχεί ακόμα στ’ αυτιά μου, σαν να μην πέρασε ούτε λεπτό από εκείνο το μεσημέρι. Στεκόμουν στην κουζίνα, με τα χέρια βουτηγμένα στη μπεσαμέλ, και ένιωθα τα μάτια της να με καρφώνουν. Ο Νίκος, ο άντρας μου, καθόταν αμίλητος στο τραπέζι, χαμένος στο κινητό του. Δεν είπε τίποτα. Ούτε μια λέξη για να με υπερασπιστεί.
«Μαμά, άφησέ την ήσυχη», ψιθύρισε τελικά, αλλά τόσο σιγά που σχεδόν δεν τον άκουσα. Η κυρία Μαρία δεν πτοήθηκε. «Εγώ για το καλό σας το λέω. Η Ελένη ήξερε να κρατάει το σπίτι. Εσύ, κορίτσι μου, πρέπει να μάθεις ακόμα πολλά.»
Ένιωσα το πρόσωπό μου να καίει από ντροπή και θυμό. Ήθελα να ουρλιάξω, να πετάξω το ταψί κάτω και να φύγω τρέχοντας. Αλλά έμεινα εκεί, σιωπηλή, όπως πάντα. Ήταν η πρώτη φορά που κατάλαβα πόσο βαθιά ριζωμένη ήταν η σκιά της Ελένης στη ζωή μας.
Όταν γνώρισα τον Νίκο, δεν ήξερα πολλά για το παρελθόν του. Μου είχε πει ότι είχε παντρευτεί μικρός, ότι ο γάμος του δεν πήγε καλά και ότι είχαν χωρίσει φιλικά. Δεν είχα δώσει σημασία – όλοι έχουμε παρελθόν. Όμως στην Ελλάδα, το παρελθόν δεν μένει ποτέ πίσω. Ειδικά όταν έχεις μια πεθερά σαν τη δική μου.
Στην αρχή προσπαθούσα να κερδίσω τη συμπάθειά της. Έφτιαχνα γλυκά, καθάριζα το σπίτι, έκανα ό,τι μπορούσα για να δείξω ότι είμαι «καλή νύφη». Αλλά πάντα υπήρχε κάτι που δεν έκανα σωστά. «Η Ελένη έστρωνε το τραπέζι έτσι», «Η Ελένη ήξερε να μιλάει στους συγγενείς», «Η Ελένη δεν άφηνε ποτέ τον Νίκο να πεινάσει». Κάθε φορά που άκουγα το όνομά της, ένιωθα ένα μαχαίρι στην καρδιά.
Ένα βράδυ, μετά από έναν ακόμα καβγά με την κυρία Μαρία, ξέσπασα στον Νίκο:
«Γιατί δεν της λες να σταματήσει; Γιατί πρέπει πάντα να με συγκρίνει με την πρώην σου;»
Με κοίταξε αμήχανα. «Δεν θέλω να στενοχωρήσω τη μάνα μου… Ξέρεις πώς είναι οι μανάδες στην Ελλάδα.»
«Κι εγώ; Εγώ δεν μετράω;»
Δεν απάντησε. Έσκυψε το κεφάλι και βγήκε στο μπαλκόνι για τσιγάρο.
Από εκείνο το βράδυ άρχισα να αλλάζω. Έγινα πιο σκληρή, πιο απόμακρη. Δεν ήθελα πια να προσπαθώ για ανθρώπους που δεν με εκτιμούσαν. Όμως ο Νίκος δεν το άντεχε αυτό. Άρχισε κι εκείνος τις συγκρίσεις:
«Η Ελένη δεν θύμωνε έτσι εύκολα…»
«Η Ελένη ήξερε να κρατάει την ψυχραιμία της.»
Κάθε του λέξη ήταν σαν χαστούκι. Άρχισα να αμφιβάλλω για τον εαυτό μου. Μήπως όντως δεν είμαι αρκετή; Μήπως φταίω εγώ που δεν μπορώ να τους ικανοποιήσω;
Οι φίλες μου με προειδοποιούσαν: «Πρόσεχε μην χαθείς μέσα σε αυτόν τον γάμο. Μην αφήσεις κανέναν να σου πάρει την αυτοεκτίμηση.» Αλλά ήταν δύσκολο. Ζούσαμε σε μια μικρή πόλη έξω από τη Θεσσαλονίκη, όπου όλοι ήξεραν τα πάντα για όλους. Κάθε φορά που πήγαινα στο σούπερ μάρκετ ή στο φούρνο, ένιωθα τα βλέμματα των γειτόνων πάνω μου. «Αυτή είναι η καινούρια γυναίκα του Νίκου… Η άλλη ήταν καλύτερη.»
Ένα απόγευμα, καθώς καθόμουν μόνη στο σαλόνι, χτύπησε το τηλέφωνο. Ήταν η μητέρα μου.
«Παιδί μου, τι έχεις; Η φωνή σου ακούγεται θλιμμένη.»
Δεν άντεξα και ξέσπασα σε κλάματα.
«Μαμά, νιώθω ότι δεν ανήκω εδώ… Ότι ποτέ δεν θα γίνω αρκετή για αυτούς.»
Η μητέρα μου αναστέναξε βαριά.
«Άκουσέ με καλά: Εσύ ξέρεις ποια είσαι. Μην αφήσεις κανέναν να σε κάνει να αμφιβάλλεις για την αξία σου.»
Τα λόγια της με ανακούφισαν προσωρινά, αλλά η καθημερινότητα ήταν αμείλικτη.
Οι μέρες περνούσαν και οι συγκρούσεις γίνονταν όλο και πιο συχνές. Ο Νίκος είχε αρχίσει να απομακρύνεται. Περνούσε περισσότερες ώρες στη δουλειά ή με τους φίλους του στο καφενείο. Τα βράδια κοιμόμασταν πλάτη-πλάτη.
Μια Κυριακή πρωί, καθώς ετοιμαζόμουν να πάμε για φαγητό στη μητέρα του, στάθηκα μπροστά στον καθρέφτη και κοίταξα τον εαυτό μου στα μάτια.
«Ποια είσαι εσύ;» ψιθύρισα.
Δεν αναγνώριζα πια τη γυναίκα που ήμουν πριν παντρευτώ τον Νίκο. Είχα χάσει τη ζωντάνια μου, το χαμόγελό μου, την αυτοπεποίθησή μου.
Όταν φτάσαμε στο σπίτι της κυρίας Μαρίας, όλα ήταν όπως πάντα: η ίδια κρύα ατμόσφαιρα, τα ίδια σχόλια για την Ελένη.
Αυτή τη φορά όμως δεν άντεξα.
«Κυρία Μαρία,» είπα με τρεμάμενη φωνή, «είμαι η γυναίκα του Νίκου τώρα. Δεν είμαι η Ελένη και δεν θα γίνω ποτέ. Αν δεν μπορείτε να με δεχτείτε όπως είμαι, τότε ίσως είναι καλύτερα να μην έρχομαι πια.»
Έπεσε σιωπή στο δωμάτιο. Ο Νίκος με κοίταξε έκπληκτος – πρώτη φορά με έβλεπε τόσο αποφασισμένη.
Η κυρία Μαρία σήκωσε τα φρύδια της και είπε ψυχρά: «Όπως θέλεις κορίτσι μου.»
Εκείνη τη μέρα γύρισα σπίτι πιο ελαφριά. Για πρώτη φορά μετά από καιρό ένιωσα ότι υπερασπίστηκα τον εαυτό μου.
Ο Νίκος όμως δεν το πήρε καλά.
«Γιατί έπρεπε να κάνεις σκηνή; Τώρα θα έχουμε μπελάδες…»
Τον κοίταξα στα μάτια.
«Δεν αντέχω άλλο αυτή τη σύγκριση. Αν θέλεις την Ελένη, πήγαινε πίσω σ’ αυτήν. Εγώ θέλω έναν άντρα που θα με αγαπάει γι’ αυτό που είμαι.»
Για πρώτη φορά είδα φόβο στα μάτια του. Δεν είπε τίποτα – μόνο έφυγε από το δωμάτιο και έκλεισε την πόρτα πίσω του.
Τις επόμενες μέρες κοιμόμασταν σε ξεχωριστά δωμάτια. Η ένταση ήταν αφόρητη. Σκεφτόμουν σοβαρά το διαζύγιο – κάτι που στην Ελλάδα ακόμα θεωρείται ταμπού, ειδικά σε μικρές κοινωνίες.
Ένα βράδυ ο Νίκος ήρθε και κάθισε δίπλα μου στον καναπέ.
«Συγγνώμη», είπε χαμηλόφωνα. «Δεν καταλάβαινα πόσο σε πλήγωναν όλα αυτά… Ίσως πρέπει κι εγώ να βάλω όρια στη μάνα μου.»
Τον κοίταξα χωρίς να μιλήσω.
«Θέλω να προσπαθήσουμε ξανά», συνέχισε. «Αλλά αυτή τη φορά θα είμαστε ομάδα – όχι εσύ απέναντι σε όλους.»
Δεν ξέρω αν τον πίστεψα εκείνη τη στιγμή. Αλλά ένιωσα μια μικρή ελπίδα μέσα μου.
Από τότε προσπαθούμε – κάθε μέρα είναι μια νέα δοκιμασία. Η κυρία Μαρία δεν άλλαξε πολύ, αλλά τουλάχιστον τώρα ο Νίκος στέκεται δίπλα μου πιο συχνά.
Κοιτάζοντας πίσω αναρωτιέμαι: Πόσες γυναίκες στην Ελλάδα ζουν κάτω από τη σκιά μιας πρώην; Πόσες χάνουν τον εαυτό τους προσπαθώντας να γίνουν αυτό που θέλουν οι άλλοι;
Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου; Θα αντέχατε ή θα φεύγατε;