«Με κατηγόρησαν ότι έκλεψα την ίδια μου την κόρη – Πώς γίνεται να ξεχνάς ποιος σε μεγάλωσε;»

«Μαμά, πες μου την αλήθεια. Πού πήγαν τα λεφτά του λογαριασμού;»

Η φωνή της Ελένης έτρεμε από θυμό κι εγώ ένιωσα το στομάχι μου να σφίγγεται. Ήταν βράδυ, καθόμασταν στην κουζίνα, το φως πάνω από το τραπέζι έριχνε σκιές στα πρόσωπά μας. Η Ελένη, δεκαεπτά χρονών πια, με κοίταζε σαν να ήμουν ξένη. Πίσω της, το ρολόι χτυπούσε αργά, σαν να μετρούσε αντίστροφα το τέλος της υπομονής μου.

«Τι εννοείς, παιδί μου; Ποια λεφτά;» ψιθύρισα, προσπαθώντας να κρατήσω τη φωνή μου σταθερή.

«Αυτά που μου άφησε ο παππούς! Τα λεφτά που έβαζε κάθε μήνα στον λογαριασμό μου! Ο θείος Νίκος είπε ότι δεν υπάρχει τίποτα πια. Ότι τα πήρες εσύ.»

Ένιωσα το αίμα να παγώνει στις φλέβες μου. Ο Νίκος, ο αδερφός του πρώην άντρα μου, πάντα έβρισκε τρόπο να με κατηγορήσει για όλα. Από τη μέρα που ο Γιώργος με άφησε για τη Μαρία – μια κοπέλα δέκα χρόνια μικρότερή του – ήμουν η «κακιά» της οικογένειας. Η Ελένη ήταν τότε μόλις δύο ετών. Θυμάμαι ακόμα τη νύχτα που έφυγε ο Γιώργος: «Δεν αντέχω άλλο αυτή τη μιζέρια», είχε πει. «Θέλω να ζήσω!» Και έφυγε, αφήνοντάς μας μόνες σε ένα διαμέρισμα στα Πατήσια, με ενοίκιο που μόλις και μετά βίας πλήρωνα δουλεύοντας σε δύο δουλειές.

Τα χρόνια πέρασαν δύσκολα. Δούλευα το πρωί σε φούρνο και τα απογεύματα καθάριζα σπίτια. Τα Σαββατοκύριακα έπλενα σκάλες στις πολυκατοικίες της γειτονιάς. Δεν είχα χρόνο για φίλους, ούτε για τον εαυτό μου. Μόνο για την Ελένη. Κάθε φορά που επέστρεφα σπίτι κουρασμένη, την έβρισκα να διαβάζει ή να ζωγραφίζει στο μικρό μας σαλόνι. Της έφτιαχνα μακαρόνια με τυρί – το αγαπημένο της – και της έλεγα ιστορίες για τη θάλασσα που δεν είχαμε δει ποτέ μαζί.

Ο πατέρας μου, ο παππούς της Ελένης, ήταν ο μόνος που μας στήριξε όσο μπορούσε. Κάθε μήνα έβαζε λίγα χρήματα σε έναν λογαριασμό στο όνομα της Ελένης. «Για τις σπουδές της», έλεγε πάντα. Όταν πέθανε πριν τρία χρόνια, ένιωσα ότι έχασα το τελευταίο στήριγμα.

Τώρα η Ελένη με κοιτούσε με μάτια γεμάτα καχυποψία. «Ο θείος είπε ότι πήρες τα λεφτά για να πληρώσεις τα χρέη σου. Ότι δεν σκέφτηκες ποτέ εμένα.»

«Δεν είναι αλήθεια!» φώναξα χωρίς να το θέλω. «Ποτέ δεν άγγιξα αυτά τα λεφτά! Ήταν για σένα!»

Η Ελένη σηκώθηκε απότομα. «Δεν σε πιστεύω! Όλοι λένε ότι πάντα ήσουν άτυχη, ότι ποτέ δεν κατάφερες τίποτα μόνη σου! Ίσως τελικά είχαν δίκιο!»

Έμεινα μόνη στην κουζίνα, με τα λόγια της να ηχούν στ’ αυτιά μου σαν κατάρα. Πώς γίνεται το ίδιο σου το παιδί να σε βλέπει σαν εχθρό;

Τις επόμενες μέρες, η Ελένη δεν μου μιλούσε σχεδόν καθόλου. Έτρωγε στο δωμάτιό της και όταν τη ρωτούσα αν είναι καλά, απαντούσε μονολεκτικά. Ο Νίκος τηλεφωνούσε κάθε τόσο και με απειλούσε: «Θα σε ξεμπροστιάσω σε όλη τη γειτονιά! Θα μάθουν όλοι τι μάνα είσαι!»

Ένα απόγευμα χτύπησε το κουδούνι. Ήταν η Μαρία, η νέα γυναίκα του Γιώργου – η γυναίκα για την οποία με είχε αφήσει. Δεν την περίμενα ποτέ σπίτι μου.

«Μπορώ να μπω;» ρώτησε διστακτικά.

Την κοίταξα καλά-καλά. Ήταν όμορφη, περιποιημένη, με ακριβά ρούχα – όλα όσα εγώ δεν είχα ποτέ χρόνο ή χρήματα να αποκτήσω.

«Ήρθα γιατί η Ελένη ήρθε χθες στο σπίτι μας και έκλαιγε», είπε χαμηλόφωνα. «Λέει ότι την έκλεψες.»

Ένιωσα τα μάτια μου να γεμίζουν δάκρυα.

«Δεν ξέρω τι να κάνω πια», ψιθύρισα. «Όλη μου τη ζωή πάλεψα για εκείνη.»

Η Μαρία κάθισε απέναντί μου και για πρώτη φορά είδα στα μάτια της συμπόνια.

«Ξέρεις… Ο Γιώργος δεν είναι όπως τον θυμάσαι», είπε μετά από λίγο σιωπή. «Έχει αλλάξει πολύ. Δεν είναι πια ο πατέρας που χρειάζεται η Ελένη.»

Την κοίταξα απορημένη.

«Προσπαθεί να την πείσει ότι εσύ φταις για όλα», συνέχισε η Μαρία. «Ότι αν είχε μεγαλώσει μαζί του θα ήταν καλύτερα.»

Ένιωσα ένα κύμα θυμού και πίκρας μαζί. Πόσο εύκολο είναι τελικά να γίνεις ο αποδιοπομπαίος τράγος όταν είσαι μόνη;

Το ίδιο βράδυ, άκουσα την Ελένη να μιλάει στο τηλέφωνο με τον πατέρα της:

«Μπαμπά, γιατί δεν ήσουν ποτέ εκεί όταν σε χρειαζόμουν; Γιατί τώρα λες ότι η μαμά φταίει για όλα;»

Στάθηκα πίσω από την πόρτα και άκουγα τη φωνή της να σπάει.

«Δεν ξέρω ποιον να πιστέψω πια…»

Την επόμενη μέρα βρήκα το κουράγιο να της μιλήσω.

«Ελένη… Θέλω μόνο να ξέρεις ότι ό,τι κι αν γίνει, σ’ αγαπάω περισσότερο από οτιδήποτε άλλο στον κόσμο.»

Με κοίταξε διστακτικά.

«Αν θες να δεις τον λογαριασμό, πάμε μαζί στην τράπεζα», της είπα ήρεμα.

Πήγαμε μαζί. Ο υπάλληλος μας εξήγησε ότι ο λογαριασμός είχε δεσμευτεί λόγω ενός παλιού χρέους του πατέρα μου που δεν γνώριζα καν ότι υπήρχε – ένα δάνειο που είχε πάρει πριν χρόνια και δεν είχε εξοφλήσει ποτέ.

Η Ελένη έμεινε σιωπηλή όλη τη διαδρομή προς το σπίτι.

Το βράδυ ήρθε στο δωμάτιό μου και κάθισε δίπλα μου στο κρεβάτι.

«Συγγνώμη μαμά…» ψιθύρισε με δάκρυα στα μάτια. «Σε αδίκησα.»

Την αγκάλιασα σφιχτά και έκλαψα μαζί της.

Όμως τίποτα δεν ήταν πια το ίδιο. Οι πληγές είχαν ανοίξει και οι λέξεις που ειπώθηκαν δεν μπορούσαν να ξεχαστούν εύκολα.

Σήμερα, στα πενήντα δύο μου χρόνια, αναρωτιέμαι: Πόσο εύκολα μπορεί μια μάνα να γίνει ξένη στα μάτια του παιδιού της; Και πόσο δύσκολο είναι τελικά να συγχωρέσεις – όχι τους άλλους, αλλά τον εαυτό σου;