Συνάντησα τη Μαρία στο σούπερ μάρκετ: Ήμουν απλώς κομπάρσος στη δική της ιστορία
«Άννα; Εσύ είσαι;»
Η φωνή της Μαρίας ήρθε ξαφνικά πίσω από το ράφι με τα μακαρόνια. Γύρισα απότομα, κρατώντας ακόμα το καλάθι μου γεμάτο με τα απαραίτητα της εβδομάδας. Η καρδιά μου χτύπησε λίγο πιο γρήγορα – δεν την είχα δει σχεδόν έξι μήνες. Κάποτε ήμασταν αχώριστες. Τώρα, ένιωθα σαν να βλέπω μια ξένη.
«Μαρία! Τι κάνεις;» προσπάθησα να ακουστώ χαρούμενη, αλλά η φωνή μου έτρεμε ελαφρώς. Εκείνη χαμογέλασε πλατιά, με εκείνο το χαμόγελο που πάντα τραβούσε τα βλέμματα.
«Καλά, καλά! Τρέχω συνέχεια, ξέρεις πώς είναι… Ο Γιάννης με τα φροντιστήρια, η μικρή με το μπαλέτο, ο άντρας μου όλο δουλειά… Δεν προλαβαίνω ούτε να ανασάνω!»
Άρχισε να μιλάει ασταμάτητα. Για τα παιδιά της, για τον άντρα της, για το νέο αυτοκίνητο που πήραν, για το ταξίδι που σχεδιάζουν στη Σαντορίνη. Εγώ απλώς κουνούσα το κεφάλι και χαμογελούσα. Δεν με ρώτησε τίποτα για μένα. Ούτε μία ερώτηση. Ένιωθα να μικραίνω, να χάνω το χρώμα μου μέσα στη δική της πολύχρωμη αφήγηση.
Θυμήθηκα τότε τις ατελείωτες ώρες που περνούσαμε μαζί στα φοιτητικά μας χρόνια, στα καφέ της Θεσσαλονίκης. Τότε που μιλούσαμε για τα όνειρά μας, για τους έρωτες και τις απογοητεύσεις μας. Τότε που ήξερε κάθε μου σκέψη πριν καν την πω. Πώς φτάσαμε εδώ; Πότε έγινα θεατής στη ζωή της;
«Και εσύ;» είπε τελικά, σχεδόν από ευγένεια. «Όλα καλά;»
Προσπάθησα να βρω λόγια. Να της πω για τη δουλειά που έχασα πριν δύο μήνες, για τη μητέρα μου που αρρώστησε ξαφνικά, για τις νύχτες που δεν κοιμάμαι από το άγχος. Αλλά δεν βγήκε τίποτα. Μόνο ένα αδύναμο «Καλά είμαι».
«Χαίρομαι! Πρέπει να τα πούμε κάποια στιγμή, ε; Να κανονίσουμε καφέ!» είπε βιαστικά, κοιτάζοντας ήδη το κινητό της. «Τρέχω τώρα γιατί έχω να πάρω και τον μικρό από το φροντιστήριο! Φιλάκια!»
Έμεινα εκεί, ανάμεσα στα ράφια με τα ζυμαρικά και τις κονσέρβες, να την κοιτάζω να απομακρύνεται. Ένιωσα ένα σφίξιμο στο στήθος. Δεν ήταν θυμός – ήταν λύπη. Γιατί κατάλαβα πως δεν ήμουν πια μέρος της ζωής της Μαρίας. Ήμουν απλώς μια ανάμνηση από μια άλλη εποχή.
Γύρισα σπίτι με βαριά καρδιά. Η μητέρα μου καθόταν στο τραπέζι της κουζίνας, διαβάζοντας εφημερίδα.
«Τι έχεις, Άννα;» με ρώτησε χωρίς να σηκώσει τα μάτια της.
«Τίποτα, μαμά. Απλώς κουράστηκα.»
Αλλά δεν ήταν μόνο η κούραση. Ήταν η μοναξιά που ένιωθα εδώ και καιρό. Από τότε που έχασα τη δουλειά μου στο λογιστικό γραφείο του κυρίου Παπαδόπουλου, όλα έμοιαζαν πιο δύσκολα. Τα οικονομικά μας σφιχτά – ο πατέρας μου είχε φύγει νωρίς και η σύνταξη της μητέρας μου δεν έφτανε για πολλά. Εγώ έψαχνα δουλειά παντού: σε σούπερ μάρκετ, σε καφετέριες, ακόμα και σε καθαριστήρια. Παντού άκουγα το ίδιο: «Θα σας ειδοποιήσουμε.»
Το βράδυ ξάπλωσα στο παιδικό μου δωμάτιο – ναι, ακόμα εδώ μένω στα 34 μου – και κοίταξα το ταβάνι. Θυμήθηκα τη Μαρία να γελάει δυνατά στα πάρτι μας, να κάνει όνειρα για ταξίδια στην Ιταλία και μεγάλες καριέρες. Εγώ πάντα πιο ήσυχη, πιο συγκρατημένη. Εκείνη πάντα μπροστά, εγώ πάντα δίπλα.
Την επόμενη μέρα πήγα στη λαϊκή αγορά με τη μητέρα μου. Εκεί συνάντησα την κυρία Ελένη από τον τρίτο όροφο.
«Άννα μου, τι κάνεις; Έμαθα πως ψάχνεις δουλειά… Η ανιψιά μου ψάχνει κοπέλα για το μαγαζί της με ρούχα στην Τσιμισκή. Θέλεις να σου δώσω το τηλέφωνό της;»
Ένιωσα μια μικρή ελπίδα να ξυπνάει μέσα μου.
«Ναι, κυρία Ελένη! Σας ευχαριστώ πολύ!»
Το ίδιο βράδυ τηλεφώνησα στη Χριστίνα – την ανιψιά της κυρίας Ελένης – και κανονίσαμε να συναντηθούμε την επόμενη μέρα στο μαγαζί της.
Η Χριστίνα ήταν ζεστή και χαμογελαστή.
«Ξέρεις από πωλήσεις;» με ρώτησε.
«Έχω δουλέψει λίγο σε βιβλιοπωλείο όταν ήμουν φοιτήτρια…»
«Δεν πειράζει! Θα μάθεις γρήγορα. Θέλω κάποιον που να είναι ευγενικός και να αγαπάει τους ανθρώπους.»
Ξεκίνησα αμέσως δουλειά. Οι πρώτες μέρες ήταν δύσκολες – έπρεπε να μάθω τα πάντα από την αρχή: πώς να μιλάω στους πελάτες, πώς να διπλώνω σωστά τα ρούχα, πώς να αντιμετωπίζω τις απαιτητικές κυρίες της γειτονιάς.
Ένα απόγευμα μπήκε στο μαγαζί η Μαρία με την κόρη της.
«Άννα! Εδώ δουλεύεις;» είπε έκπληκτη.
«Ναι… Ξεκίνησα πρόσφατα.»
Η Μαρία κοίταξε γύρω της αφηρημένα.
«Ωραίο μαγαζί… Λοιπόν, ψάχνουμε ένα φόρεμα για τη μικρή.»
Τη βοήθησα όπως όλους τους πελάτες – ευγενικά αλλά τυπικά. Εκείνη μιλούσε συνέχεια για τις δραστηριότητες της κόρης της, για το πόσο δύσκολο είναι να είσαι μητέρα σήμερα στην Ελλάδα, για το πόσο ακριβή έχει γίνει η ζωή.
Όταν έφυγε, η Χριστίνα με πλησίασε.
«Φίλη σου είναι;»
«Ήταν…» απάντησα χαμηλόφωνα.
Το βράδυ γύρισα σπίτι εξαντλημένη αλλά και λίγο περήφανη – είχα καταφέρει κάτι μόνη μου. Η μητέρα μου με περίμενε με ένα πιάτο φακές και ένα χαμόγελο.
«Μπράβο κορίτσι μου! Μην αφήνεις κανέναν να σε κάνει να νιώθεις λιγότερη.»
Σιγά σιγά άρχισα να βρίσκω ξανά τον εαυτό μου. Έκανα νέες γνωριμίες στο μαγαζί – τη Σοφία που χώρισε πρόσφατα και ψάχνει κι αυτή μια νέα αρχή, τον κύριο Νίκο που πάντα αγοράζει δώρα για τα εγγόνια του και λέει αστεία.
Μια μέρα η Μαρία πέρασε έξω από το μαγαζί και κοντοστάθηκε στη βιτρίνα. Με κοίταξε για λίγο αλλά δεν μπήκε μέσα. Ίσως κατάλαβε πως οι δρόμοι μας είχαν χωρίσει οριστικά.
Τώρα πια δεν περιμένω μήνυμα από εκείνη. Δεν περιμένω να γίνω ξανά πρωταγωνίστρια στη ζωή της Μαρίας – ούτε εκείνη στη δική μου. Έμαθα πως οι φιλίες αλλάζουν όπως αλλάζει κι η ζωή: άλλες μένουν κι άλλες χάνονται στο πέρασμα του χρόνου.
Αλλά αναρωτιέμαι: Πόσοι από εμάς έχουμε υπάρξει κομπάρσοι στη ζωή κάποιου άλλου χωρίς καν να το καταλάβουμε; Και πόσο δύσκολο είναι τελικά να βρεις ανθρώπους που θα σε βλέπουν πραγματικά;