«Μαμά, δεν ντρέπεσαι να φοράς τζιν;» – Η ιστορία μιας Ελληνίδας μάνας που αρνείται να γεράσει με ξένα μέτρα

«Μαμά, δεν ντρέπεσαι να φοράς τζιν;»

Η φωνή της Μαρίας αντηχεί ακόμα στ’ αυτιά μου, γεμάτη απορία και μια δόση θυμού. Στέκομαι μπροστά στον καθρέφτη, με το αγαπημένο μου τζιν και ένα λευκό πουκάμισο, τα μαλλιά μου λυτά στους ώμους. Δεν είμαι πια είκοσι, ούτε τριάντα. Είμαι πενήντα δύο. Αλλά γιατί να πρέπει να ντύνομαι σαν να είμαι εβδομήντα;

«Τι εννοείς, Μαρία;» τη ρωτάω ήρεμα, αν και μέσα μου βράζω. «Είναι απλά ένα παντελόνι.»

«Όλες οι φίλες μου λένε πως η μάνα μου ντύνεται σαν κοριτσάκι. Δεν καταλαβαίνεις ότι γελοιοποιείσαι;»

Η καρδιά μου σφίγγεται. Πόσες φορές έχω ακούσει παρόμοια σχόλια; Από τη μάνα μου, τη θεία Ελένη, ακόμα και από τον άντρα μου τον Κώστα. «Να προσέχεις πώς φαίνεσαι», «Οι γυναίκες της ηλικίας σου δεν κάνουν έτσι», «Σκέψου τι θα πει ο κόσμος». Ο κόσμος… Πάντα αυτός ο αόρατος δικαστής.

Προσπαθώ να χαμογελάσω. «Μαρία μου, δεν νομίζω ότι το τζιν έχει ηλικία.»

Γυρίζει το βλέμμα της αλλού, εκνευρισμένη. «Δεν καταλαβαίνεις ποτέ! Όλα πρέπει να γίνονται όπως τα θες εσύ!»

Σιωπή. Το σπίτι μας στη Νέα Ιωνία γεμίζει με μια βαριά ατμόσφαιρα. Ο Κώστας διαβάζει εφημερίδα στο σαλόνι, κάνει πως δεν ακούει, αλλά ξέρω ότι ακούει τα πάντα. Η μικρή μου, η Ειρήνη, παίζει στο δωμάτιό της και γελάει με τις φίλες της στο κινητό.

Κάθομαι στην κουζίνα και βάζω ένα φλιτζάνι ελληνικό καφέ. Τα χέρια μου τρέμουν ελαφρά. Θυμάμαι τη μάνα μου, τη γιαγιά Ασπασία, που στα πενήντα της φορούσε πάντα μαύρα και μαντίλι στα μαλλιά. Δεν τόλμησε ποτέ να βάλει παντελόνι. «Έτσι είναι το σωστό», έλεγε. «Έτσι πρέπει.»

Αλλά εγώ; Εγώ πάντα ήθελα κάτι άλλο. Να βγω για έναν καφέ με τις φίλες μου χωρίς να σκέφτομαι τι θα πει η γειτονιά. Να πάω σινεμά μόνη μου. Να διαβάσω ένα βιβλίο στο πάρκο και να γελάσω δυνατά χωρίς ενοχές.

Το βράδυ, όταν όλοι κοιμούνται, κάθομαι στο μπαλκόνι και κοιτάζω τα φώτα της πόλης. Θυμάμαι τα νιάτα μου στη Θεσσαλονίκη, τότε που ήμουν φοιτήτρια στη Φιλοσοφική. Τότε που ονειρευόμουν να γίνω συγγραφέας, να ταξιδέψω στον κόσμο. Όλα αυτά χάθηκαν κάπου ανάμεσα σε γάμους, παιδιά, δουλειές και λογαριασμούς.

Μια μέρα, η Μαρία γυρίζει από το σχολείο αναστατωμένη.

«Μαμά, η κυρία Κατερίνα είπε πως οι γυναίκες πρέπει να είναι διακριτικές και σεμνές. Ότι δεν πρέπει να τραβάνε τα βλέμματα.»

Την κοιτάζω στα μάτια. «Και τι σημαίνει αυτό για σένα;»

«Ότι ίσως έχει δίκιο…» ψιθυρίζει.

Σκύβω και της χαϊδεύω τα μαλλιά. «Μαρία μου, το πιο σημαντικό είναι να είσαι ο εαυτός σου. Να μην αφήνεις κανέναν να σου λέει πώς να ζεις.»

Με κοιτάζει σκεπτική. Ξέρω ότι δεν την έπεισα.

Το Σάββατο έχουμε οικογενειακό τραπέζι στο σπίτι της θείας Ελένης στον Πειραιά. Όλοι μαζεμένοι γύρω από το τραπέζι: ο ξάδερφος ο Γιώργος με τη γυναίκα του τη Σοφία, η γιαγιά Ασπασία με το γνωστό αυστηρό βλέμμα της.

Η θεία Ελένη με κοιτάζει από πάνω μέχρι κάτω.

«Βρε Άννα, ακόμα με τζιν κυκλοφορείς; Δεν σκέφτεσαι τα παιδιά σου;»

Ο Κώστας χαμηλώνει το βλέμμα του στο πιάτο του. Η Μαρία κοκκινίζει από ντροπή.

«Ελένη μου, νιώθω άνετα έτσι», απαντώ όσο πιο ήρεμα μπορώ.

Η γιαγιά Ασπασία πετάγεται: «Στην εποχή μας αυτά ήταν αδιανόητα! Οι γυναίκες είχαν αξιοπρέπεια.»

Σφίγγω τα χείλη μου για να μην απαντήσω απότομα. Θέλω να φωνάξω: «Και τι είναι αξιοπρέπεια; Να κρύβεις ποια είσαι; Να ζεις για τους άλλους;» Αλλά σωπαίνω.

Το βράδυ ο Κώστας κάθεται δίπλα μου στο κρεβάτι.

«Άννα… Ξέρεις ότι σε αγαπάω όπως είσαι. Αλλά μήπως… μήπως να μην προκαλείς τόσο πολύ; Η Μαρία περνάει δύσκολη ηλικία.»

Γυρίζω πλευρό και δαγκώνω τα χείλη μου για να μην κλάψω.

Την επόμενη μέρα αποφασίζω να κάνω κάτι για μένα. Παίρνω το λεωφορείο και πάω στο κέντρο της Αθήνας. Μπαίνω σε ένα μικρό βιβλιοπωλείο στου Ψυρρή και αγοράζω ένα τετράδιο με σκληρό εξώφυλλο. Εκεί αρχίζω να γράφω ξανά – σκέψεις, όνειρα, φόβους.

Γράφω:
«Γιατί πρέπει πάντα να απολογούμαι για το ποια είμαι;
Γιατί η ευτυχία μιας γυναίκας πρέπει να περνάει από την έγκριση των άλλων;
Πότε θα μάθουμε να αγαπάμε τον εαυτό μας χωρίς ενοχές;»

Τις επόμενες εβδομάδες αρχίζω μικρές επαναστάσεις: φοράω χρωματιστά φουλάρια, βγαίνω για περπάτημα μόνη μου στη θάλασσα της Βουλιαγμένης, συναντώ παλιές φίλες από το πανεπιστήμιο. Η Μαρία με κοιτάζει καχύποπτα κάθε φορά που φεύγω από το σπίτι.

Ένα βράδυ επιστρέφοντας βρίσκω τη Μαρία να κλαίει στο δωμάτιό της.

«Τι έχεις;» τη ρωτάω απαλά.

«Δεν αντέχω άλλο! Όλοι με κοροϊδεύουν για σένα! Γιατί δεν μπορείς να είσαι όπως οι άλλες μαμάδες;»

Την αγκαλιάζω σφιχτά. «Συγγνώμη αν σε πληγώνω… Αλλά αν δεν είμαι εγώ ευτυχισμένη, πώς θα σε κάνω κι εσένα ευτυχισμένη;»

Με σπρώχνει απαλά μακριά της.

«Δεν καταλαβαίνεις…» ψιθυρίζει.

Κλείνω την πόρτα πίσω μου και κάθομαι στο σαλόνι μόνη. Τα δάκρυα κυλούν αθόρυβα στα μάγουλά μου. Νιώθω μόνη απέναντι σε όλους – στην οικογένεια, στην κοινωνία, ακόμα και στα ίδια μου τα παιδιά.

Μια Κυριακή πρωί πηγαίνουμε όλοι μαζί στην εκκλησία του Αγίου Νικολάου στη γειτονιά μας. Οι γυναίκες γύρω μου φορούν μαύρες φούστες και μαντίλια. Εγώ φοράω το τζιν μου και ένα μπλε πουλόβερ. Νιώθω τα βλέμματα πάνω μου – κάποια επικριτικά, κάποια γεμάτα περιέργεια.

Μετά τη λειτουργία η κυρία Παναγιώτα με πλησιάζει.

«Άννα μου… Σε θαυμάζω που δεν φοβάσαι να είσαι ο εαυτός σου.»

Την κοιτάζω έκπληκτη.

«Εγώ ποτέ δεν τόλμησα», συνεχίζει χαμηλόφωνα. «Πάντα φοβόμουν τι θα πει ο άντρας μου… τα παιδιά… η γειτονιά.»

Για πρώτη φορά νιώθω λιγότερο μόνη.

Το ίδιο βράδυ γράφω στο τετράδιό μου:
«Ίσως τελικά δεν είμαι τόσο παράξενη όσο νομίζουν οι άλλοι… Ίσως υπάρχουν κι άλλες γυναίκες σαν εμένα που φοβούνται να μιλήσουν.»

Ο χρόνος περνάει. Η Μαρία μεγαλώνει – κι εγώ μαζί της. Οι συγκρούσεις μας γίνονται λιγότερες αλλά πιο ουσιαστικές. Μια μέρα έρχεται στο δωμάτιό μου κρατώντας ένα παλιό ζευγάρι τζιν.

«Μπορώ να το δοκιμάσω;» ρωτάει διστακτικά.

Χαμογελάω πλατιά και της το δίνω.

Καθώς τη βλέπω στον καθρέφτη, σκέφτομαι: Μήπως τελικά η ευτυχία είναι μια πράξη αντίστασης;
Μήπως αξίζει να παλεύουμε για το δικαίωμα να είμαστε ο εαυτός μας;
Εσείς τι λέτε;