«Όχι τώρα, Μαρία, μιλάμε για σοβαρά θέματα»: Η ζωή μου στη σκιά της ίδιας μου της οικογένειας
«Όχι τώρα, Μαρία, μιλάμε για σοβαρά θέματα», είπε η μητέρα μου με εκείνο το γνώριμο, κοφτό ύφος, χωρίς καν να με κοιτάξει. Ήμουν δεκατριών, καθισμένη στην άκρη του τραπεζιού, με τα χέρια σφιγμένα στα γόνατα, προσπαθώντας να βρω το θάρρος να πω πως είχα πάρει βραβείο στη ζωγραφική. Αλλά η φωνή μου πνίγηκε μέσα στη φασαρία των φωνών του πατέρα μου και του αδερφού μου, που διαφωνούσαν για το αν ο Παναθηναϊκός ή ο Ολυμπιακός είναι καλύτερος. Η γιαγιά μου, όπως πάντα, αναστέναζε βαριά και έλεγε: «Άσε τα παιδιά να μιλήσουν, βρε Ελένη», αλλά κανείς δεν της έδινε σημασία.
Από τότε, κάθε φορά που προσπαθούσα να πω κάτι, ένιωθα σαν να φωνάζω μέσα σε μια σπηλιά που η ηχώ μου δεν έφτανε ποτέ στα αυτιά των άλλων. Ήμουν η Μαρία, η μεγάλη κόρη, αυτή που έπρεπε να βοηθάει, να μαζεύει τα πιάτα, να φροντίζει τον μικρό της αδερφό, να μην ενοχλεί. Η μητέρα μου, η Ελένη, είχε πάντα το βλέμμα της στραμμένο αλλού, στα προβλήματα του σπιτιού, στα οικονομικά, στα νεύρα του πατέρα μου, του Νίκου, που γύριζε κουρασμένος από το μαγαζί και δεν ήθελε πολλά-πολλά. «Μαρία, φέρε μου ένα ποτήρι νερό», «Μαρία, κράτα τον μικρό να μην κάνει φασαρία», «Μαρία, μην ανακατεύεσαι τώρα».
Θυμάμαι μια Κυριακή, ήμουν δεκαέξι, όταν τόλμησα να πω πως ήθελα να σπουδάσω ζωγραφική στην Αθήνα. Ο πατέρας μου με κοίταξε λες και είχα πει πως θα γίνω αστροναύτης. «Αυτά είναι για τους πλούσιους, κορίτσι μου. Εδώ έχουμε δουλειές, όχι όνειρα», είπε και γύρισε το κεφάλι του προς την τηλεόραση. Η μητέρα μου δεν είπε τίποτα, μόνο έσφιξε τα χείλη της και μάζεψε τα πιάτα. Ο αδερφός μου, ο Γιάννης, γέλασε ειρωνικά. «Άσε μας ρε Μαρία, ποιος θα σε πληρώσει για να ζωγραφίζεις;». Εκείνη τη νύχτα, έκλαιγα σιωπηλά στο δωμάτιό μου, με το φως του δρόμου να μπαίνει από το παράθυρο και να κάνει σκιές στους τοίχους.
Τα χρόνια πέρασαν, αλλά τίποτα δεν άλλαξε. Ήμουν πάντα αυτή που κρατούσε τις ισορροπίες, που έβαζε νερό στο κρασί της για να μην τσακωθούν οι άλλοι. Όταν ο πατέρας μου αρρώστησε, ήμουν εγώ που έτρεχα στα νοσοκομεία, που έκανα τα ψώνια, που φρόντιζα τη γιαγιά όταν έπεσε και έσπασε το πόδι της. Ο Γιάννης είχε ήδη φύγει για σπουδές στη Θεσσαλονίκη, η μητέρα μου είχε βυθιστεί στη σιωπή της. Κανείς δεν με ρώτησε ποτέ αν κουράστηκα, αν φοβήθηκα, αν ήθελα να φύγω κι εγώ.
Μια μέρα, καθώς καθάριζα το παλιό πατάρι, βρήκα τα τετράδια με τα σκίτσα μου. Τα είχα ξεχάσει, όπως είχα ξεχάσει και τον εαυτό μου. Τα ξεφύλλισα με τρεμάμενα χέρια, νιώθοντας ένα κύμα νοσταλγίας και θυμού να με πνίγει. «Γιατί να μην μπορώ να ζήσω όπως θέλω; Γιατί πρέπει πάντα να είμαι το φόντο;», σκέφτηκα. Εκείνο το βράδυ, για πρώτη φορά, μίλησα στη μητέρα μου. «Μαμά, θέλω να φύγω. Θέλω να ζήσω μόνη μου, να δουλέψω, να κάνω κάτι για μένα». Με κοίταξε σαν να μην με είχε ξαναδεί ποτέ. «Και ποιος θα μας βοηθάει; Ποιος θα φροντίζει τον πατέρα σου;», ρώτησε με φωνή που έτρεμε. «Δεν είμαι η μόνη που μπορεί να βοηθήσει, μαμά. Έχω κι εγώ ζωή», της απάντησα.
Ακολούθησαν μέρες γεμάτες ένταση. Ο πατέρας μου θύμωσε, ο Γιάννης με πήρε τηλέφωνο και μου είπε πως είμαι εγωίστρια. Η γιαγιά μου μόνο με χάιδεψε στο κεφάλι και μου ψιθύρισε: «Ζήσε, παιδί μου. Μην κάνεις τα λάθη τα δικά μας». Έφυγα τελικά, με μια βαλίτσα και τα τετράδια μου. Δούλεψα σε καφετέριες, έκανα μαθήματα ζωγραφικής σε παιδιά, νοίκιασα ένα μικρό διαμέρισμα στα Πατήσια. Ήταν δύσκολο, ένιωθα πολλές φορές μόνη, αλλά για πρώτη φορά ήμουν ελεύθερη.
Η οικογένειά μου δεν με συγχώρεσε ποτέ πραγματικά. Οι γιορτές ήταν αμήχανες, τα τηλεφωνήματα σπάνια και γεμάτα σιωπές. Κάποιες φορές αναρωτιόμουν αν άξιζε τον κόπο. Αλλά κάθε φορά που έβλεπα ένα παιδί να χαμογελάει μπροστά στον καμβά, κάθε φορά που έβρισκα λίγο χρόνο να ζωγραφίσω για μένα, ήξερα πως είχα κάνει το σωστό.
Τώρα, χρόνια μετά, στέκομαι μπροστά στον καθρέφτη και βλέπω μια γυναίκα που πάλεψε για να ακουστεί. Μια γυναίκα που δεν είναι πια το φόντο, αλλά το κέντρο του δικού της πίνακα. Αναρωτιέμαι: Πόσοι από εσάς νιώσατε ποτέ αόρατοι μέσα στην ίδια σας την οικογένεια; Πόσοι βρήκατε το θάρρος να διεκδικήσετε τη φωνή σας;