Πίσω από την Αγία Τράπεζα: Η ιστορία της Μαρίας από το Ρέθυμνο

«Πού πας πάλι, Γιάννη;» φώναξα από την κουζίνα, ενώ το ρολόι έδειχνε έξι το απόγευμα και το τραπέζι ήταν στρωμένο. Εκείνος, με το παλτό του ήδη φορεμένο, απέφυγε το βλέμμα μου. «Στην εκκλησία, Μαρία. Έχει εσπερινό σήμερα.» Η φωνή του ήταν ψυχρή, σχεδόν ξένη. Κάθε μέρα το ίδιο. Κάθε μέρα μια νέα δικαιολογία. Κι εγώ, σαν χαζή, να πιστεύω πως ο άντρας μου βρήκε τον Θεό, πως ίσως έτσι θα βρούμε ξανά κι εμείς ο ένας τον άλλον.

Όμως, η αλήθεια ήταν αλλού. Το ένιωθα στο στομάχι μου, σαν κόμπο που δεν έλεγε να λυθεί. Η κόρη μας, η Ελένη, με ρωτούσε κάθε βράδυ: «Μαμά, γιατί ο μπαμπάς δεν τρώει πια μαζί μας;» Κι εγώ, με ένα ψεύτικο χαμόγελο, της έλεγα: «Ο μπαμπάς προσεύχεται για εμάς, αγάπη μου.» Μα μέσα μου ήξερα πως κάτι δεν πήγαινε καλά.

Ένα βράδυ, δεν άντεξα. Περίμενα να φύγει, φόρεσα το παλτό μου και τον ακολούθησα διακριτικά. Η εκκλησία του Αγίου Νικολάου ήταν σκοτεινή, μόνο λίγα κεριά έφεγγαν. Τον είδα να μπαίνει από την πίσω πόρτα, εκεί που συνήθως πηγαίνουν μόνο οι ιερείς και οι ψάλτες. Κρύφτηκα πίσω από έναν πλάτανο και περίμενα. Μετά από λίγα λεπτά, εμφανίστηκε η Κατερίνα, η νεαρή ψάλτρια. Τους είδα να μιλούν χαμηλόφωνα, να γελούν, να αγγίζονται διακριτικά. Η καρδιά μου ράγισε. Δεν ήθελα να το πιστέψω, μα τα μάτια μου δεν με γελούσαν.

Γύρισα σπίτι τρέμοντας. Όλη νύχτα δεν έκλεισα μάτι. Το πρωί, ο Γιάννης ήρθε στην κουζίνα, έκανε πως δεν συμβαίνει τίποτα. «Καλημέρα, Μαρία.» Δεν απάντησα. Ένιωθα πως αν μιλούσα, θα φώναζα, θα έκλαιγα, θα τα έσπαγα όλα. Κοίταξα την Ελένη που έτρωγε το πρωινό της και σκέφτηκα πως πρέπει να μείνω δυνατή για εκείνη.

Τις επόμενες μέρες, προσπαθούσα να καταλάβω τι να κάνω. Να του μιλήσω; Να κάνω πως δεν ξέρω; Η μάνα μου, η κυρά-Σοφία, με πήρε τηλέφωνο. «Μαρία, παιδί μου, φαίνεσαι χλωμή. Τι έχεις;» Δεν ήξερα τι να της πω. Πάντα έλεγε πως ο Γιάννης είναι καλός άνθρωπος, πως οι άντρες περνούν κρίσεις, πως πρέπει να κάνω υπομονή. Μα εγώ δεν άντεχα άλλο.

Ένα απόγευμα, όταν η Ελένη ήταν στη γιαγιά της, τον περίμενα να γυρίσει. Μόλις μπήκε, του είπα: «Θέλω να μιλήσουμε.» Με κοίταξε ξαφνιασμένος. «Τι συμβαίνει;»

«Ξέρω για σένα και την Κατερίνα.» Η φωνή μου έτρεμε, αλλά τα μάτια μου ήταν γεμάτα αποφασιστικότητα. Εκείνος πάγωσε. Για μια στιγμή, νόμιζα πως θα το αρνηθεί. Μα τελικά, χαμήλωσε το βλέμμα. «Δεν ήθελα να σε πληγώσω, Μαρία. Δεν ξέρω πώς έγινε…»

«Δεν ξέρεις πώς έγινε; Εγώ ξέρω πώς νιώθω! Προδομένη, ταπεινωμένη. Εγώ, που σου στάθηκα σε όλα, που μεγάλωσα το παιδί μας, που έκανα θυσίες για την οικογένειά μας!»

Η φωνή μου έσπασε. Εκείνος κάθισε στην καρέκλα, το κεφάλι στα χέρια. «Δεν ξέρω τι να κάνω. Η Κατερίνα με έκανε να νιώθω ξανά ζωντανός. Εσύ… εσύ είσαι πάντα δυνατή, πάντα σωστή. Εγώ ένιωθα χαμένος.»

«Και γι’ αυτό με πρόδωσες; Γιατί ήμουν δυνατή;»

Η σιωπή που ακολούθησε ήταν πιο βαριά από κάθε φωνή. Έφυγε από το σπίτι εκείνο το βράδυ. Η Ελένη με ρώτησε πού είναι ο μπαμπάς. Της είπα πως χρειάζεται λίγο χρόνο μόνος του. Δεν μπορούσα να της πω την αλήθεια. Πώς να εξηγήσεις σε ένα παιδί ότι ο πατέρας της διάλεξε μια άλλη γυναίκα;

Οι μέρες περνούσαν αργά. Η γειτονιά άρχισε να ψιθυρίζει. Η κυρά-Ειρήνη από το απέναντι μπαλκόνι με κοιτούσε με λύπηση. Στο μπακάλικο, οι κουβέντες σταματούσαν όταν έμπαινα. Η μάνα μου ήρθε σπίτι, με αγκάλιασε σφιχτά. «Μη λυγίζεις, Μαρία. Είσαι κόρη μου, είσαι δυνατή.»

Ένα βράδυ, η Κατερίνα ήρθε στο σπίτι. Χτύπησε την πόρτα διστακτικά. «Μπορώ να μιλήσω;» Την κοίταξα στα μάτια. Ήταν νέα, όμορφη, μα τα μάτια της γεμάτα ενοχές. «Δεν ήθελα να καταστρέψω την οικογένειά σου. Ο Γιάννης είπε πως δεν ήταν ευτυχισμένος…»

«Και πίστεψες πως θα γίνει ευτυχισμένος μαζί σου;» τη ρώτησα πικρά. «Η ευτυχία δεν χτίζεται πάνω στη δυστυχία των άλλων.» Έφυγε κλαίγοντας. Δεν ένιωσα καμία ικανοποίηση, μόνο κούραση.

Τις νύχτες, ξάπλωνα δίπλα στην Ελένη και της χάιδευα τα μαλλιά. «Θα είμαστε καλά, αγάπη μου. Εγώ και εσύ, μαζί.» Εκείνη με κοιτούσε με τα μεγάλα της μάτια. «Μαμά, θα γυρίσει ο μπαμπάς;» Δεν ήξερα τι να απαντήσω. Ήθελα να της πω πως όλα θα πάνε καλά, μα δεν ήμουν σίγουρη πια.

Ο καιρός πέρασε. Ο Γιάννης προσπάθησε να γυρίσει, να ζητήσει συγχώρεση. «Έκανα λάθος, Μαρία. Θέλω να προσπαθήσουμε ξανά.» Τον κοίταξα και είδα έναν ξένο. «Δεν ξέρω αν μπορώ να σε εμπιστευτώ ξανά. Δεν ξέρω αν θέλω.»

Η μάνα μου με στήριξε. Οι φίλες μου στάθηκαν δίπλα μου. Άρχισα να δουλεύω στο φούρνο του χωριού, να βγάζω τα προς το ζην. Η ζωή δεν ήταν εύκολη, μα κάθε μέρα που περνούσε, ένιωθα πιο δυνατή. Η Ελένη μεγάλωνε, γινόταν μια όμορφη, ευαίσθητη κοπέλα. Κάθε φορά που με αγκάλιαζε, ένιωθα πως όλα άξιζαν τον κόπο.

Σήμερα, κοιτάζω πίσω και αναρωτιέμαι: Πόσες γυναίκες σαν εμένα ζουν σιωπηλά τον πόνο της προδοσίας; Πόσες βρίσκουν τη δύναμη να σταθούν ξανά στα πόδια τους; Μήπως τελικά η αλήθεια, όσο πικρή κι αν είναι, μας ελευθερώνει;

Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου; Θα συγχωρούσατε; Ή θα διαλέγατε να προχωρήσετε μπροστά, όπως εγώ;