«Μάνα, μπορείς να μου δανείσεις λίγα ευρώ;» – Η ιστορία της Μαρίας και του γιου της, Νίκου
«Μάνα, μπορείς να μου δανείσεις λίγα ευρώ μέχρι να πληρωθώ;»
Η φωνή του Νίκου ακούστηκε διστακτική, σχεδόν ενοχική, εκείνο το βράδυ της Παρασκευής. Καθόμουν στην κουζίνα, ανακατεύοντας το φαγητό, όταν μπήκε μέσα με το κεφάλι σκυφτό. Δεν ήταν η πρώτη φορά που μου το ζητούσε, αλλά αυτή τη φορά κάτι μέσα μου ανατρίχιασε. Ίσως ήταν ο τρόπος που απέφευγε το βλέμμα μου, ίσως το γεγονός ότι το αίτημά του είχε αρχίσει να γίνεται συνήθεια.
«Πόσα χρειάζεσαι, παιδί μου;» τον ρώτησα, προσπαθώντας να κρατήσω τη φωνή μου ήρεμη.
«Δεκαπέντε ευρώ, μόνο για το Σαββατοκύριακο. Θα σου τα επιστρέψω μόλις πληρωθώ, στο υπόσχομαι.»
Του τα έδωσα χωρίς δεύτερη σκέψη. Ο Νίκος είναι 28 χρονών, τελείωσε το Πολυτεχνείο, δουλεύει σε μια εταιρεία πληροφορικής στο Μαρούσι. Πάντα ήταν καλό παιδί, αλλά ποτέ δεν τα πήγαινε καλά με τα οικονομικά. Από μικρός, ό,τι έπιανε στα χέρια του, το ξόδευε. «Δεν πειράζει, θα τα βγάλω πέρα», έλεγε πάντα. Κι εγώ, ως μάνα, πάντα ήμουν εκεί να τον στηρίζω.
Όμως, τις τελευταίες εβδομάδες, το ίδιο σκηνικό επαναλαμβανόταν κάθε Παρασκευή. Μια φορά, δύο, τρεις… Στο τέλος, άρχισα να ανησυχώ. Δεν ήθελα να τον πιέσω, αλλά δεν μπορούσα να αγνοήσω το ένστικτό μου. Κάτι δεν πήγαινε καλά.
Ένα απόγευμα, καθώς τακτοποιούσα τα χαρτιά στο γραφείο, βρήκα έναν φάκελο με το όνομα του Νίκου. Ήταν από την τράπεζα. Η καρδιά μου χτύπησε δυνατά. Δεν ήθελα να παραβιάσω την ιδιωτικότητά του, αλλά η ανησυχία μου ήταν μεγαλύτερη. Άνοιξα το γράμμα. «Υπενθύμιση καθυστερημένης πληρωμής δανείου – Ποσό οφειλής: 3.200 ευρώ». Ένιωσα το αίμα να παγώνει στις φλέβες μου.
Όταν γύρισε το βράδυ, τον περίμενα στην κουζίνα. «Νίκο, πρέπει να μιλήσουμε», του είπα αυστηρά. Εκείνος με κοίταξε ξαφνιασμένος, σχεδόν φοβισμένος.
«Τι έγινε, μάνα;»
«Βρήκα το γράμμα από την τράπεζα. Γιατί δεν μου είπες τίποτα;»
Σιώπησε. Τα μάτια του γέμισαν δάκρυα. «Δεν ήθελα να σε ανησυχήσω. Νόμιζα ότι θα τα καταφέρω μόνος μου. Πήρα ένα δάνειο για να πληρώσω κάτι χρέη από την προηγούμενη δουλειά, αλλά μετά ήρθαν κι άλλα έξοδα… Δεν τα βγάζω πέρα.»
Ένιωσα το βάρος του κόσμου να πέφτει στους ώμους μου. Θυμήθηκα τον πατέρα του, τον Γιώργο, που πάντα έλεγε πως τα παιδιά πρέπει να μαθαίνουν να στέκονται στα πόδια τους. Αλλά πώς να αφήσεις το παιδί σου να πνιγεί στα χρέη;
«Γιατί δεν μου μίλησες, αγόρι μου;»
«Ντρεπόμουν, μάνα. Όλοι οι φίλοι μου έχουν καταφέρει να σταθούν στα πόδια τους. Εγώ ακόμα ζητάω λεφτά από εσένα. Είμαι αποτυχημένος.»
Τον αγκάλιασα σφιχτά. «Δεν είσαι αποτυχημένος. Η ζωή στην Ελλάδα δεν είναι εύκολη. Οι δουλειές δεν πληρώνουν καλά, τα ενοίκια έχουν φτάσει στα ύψη, όλα ακριβαίνουν. Δεν φταις εσύ.»
Από εκείνο το βράδυ, άρχισα να ψάχνω λύσεις. Μίλησα με τη φίλη μου τη Σοφία, που δουλεύει σε λογιστικό γραφείο. Μου είπε να προσέξουμε, γιατί αν δεν πληρώσει το δάνειο, μπορεί να του κατασχέσουν τον λογαριασμό. Ο Νίκος, από την άλλη, είχε βυθιστεί στη μελαγχολία. Δεν ήθελε να βγει από το σπίτι, απέφευγε τους φίλους του, ακόμα και τον πατέρα του.
Ο Γιώργος, όταν έμαθε τι συνέβη, αντέδρασε άσχημα. «Τα είχα πει εγώ! Πάντα τον κακομάθαινες! Τώρα να δεις πώς θα τα βγάλει πέρα!»
«Μη φωνάζεις, Γιώργο. Δεν βοηθάς έτσι», του απάντησα. «Το παιδί χρειάζεται στήριξη, όχι κατηγορίες.»
«Εσύ φταις που του τα έδινες όλα στο πιάτο!»
Η ένταση στο σπίτι μεγάλωσε. Ο Νίκος κλείστηκε ακόμα περισσότερο στον εαυτό του. Μια μέρα, τον βρήκα να κάθεται στο μπαλκόνι, να κοιτάζει το κενό.
«Νίκο, πρέπει να βρούμε μια λύση. Δεν είσαι μόνος σου», του είπα απαλά.
«Δεν θέλω να σας επιβαρύνω άλλο. Ίσως να φύγω στο εξωτερικό, όπως έκανε ο ξάδερφος ο Πέτρος. Εκεί πληρώνουν καλύτερα.»
«Και θα αφήσεις τη ζωή σου εδώ; Τους φίλους σου, εμάς;»
«Δεν ξέρω τι να κάνω, μάνα. Νιώθω παγιδευμένος.»
Τις επόμενες μέρες, προσπαθήσαμε να οργανώσουμε τα οικονομικά του. Κάναμε ένα πλάνο, κόψαμε περιττά έξοδα, μιλήσαμε με την τράπεζα για διακανονισμό. Ο Νίκος βρήκε και μια δεύτερη δουλειά, τα απογεύματα, σε ένα φροντιστήριο πληροφορικής. Ήταν δύσκολο, αλλά σιγά σιγά άρχισε να βλέπει φως στο τούνελ.
Οι σχέσεις μας όμως είχαν αλλάξει. Ο Γιώργος συνέχισε να είναι αυστηρός, εγώ προσπαθούσα να κρατήσω τις ισορροπίες. Ο Νίκος, αν και πιο ήρεμος, είχε χάσει την αυτοπεποίθησή του. Κάθε φορά που χτυπούσε το τηλέφωνο, πεταγόταν, φοβούμενος ότι ήταν από την τράπεζα.
Ένα βράδυ, καθώς καθόμασταν στο τραπέζι, ο Νίκος είπε: «Ξέρετε, νιώθω ότι απέτυχα. Ότι δεν θα τα καταφέρω ποτέ να σταθώ μόνος μου.»
«Όλοι περνάμε δύσκολες φάσεις», του είπα. «Το θέμα είναι να μην τα παρατάς. Εδώ είμαστε, μαζί σου.»
Η ζωή στην Ελλάδα δεν είναι εύκολη για τους νέους. Οι δουλειές είναι λίγες, οι μισθοί χαμηλοί, τα έξοδα πολλά. Πόσοι γονείς δεν έχουν βρεθεί στη θέση μου; Πόσοι νέοι δεν νιώθουν παγιδευμένοι, χωρίς ελπίδα;
Κάποιες φορές αναρωτιέμαι: Μήπως φταίξαμε κι εμείς, που τους μεγαλώσαμε με την ελπίδα ότι όλα θα πάνε καλά; Μήπως πρέπει να μάθουμε να μιλάμε πιο ανοιχτά για τα προβλήματα, να στηρίζουμε ο ένας τον άλλον χωρίς ντροπή;
«Άραγε, πόσες μανάδες ξαγρυπνούν τα βράδια, ανησυχώντας για τα παιδιά τους; Πόσοι νέοι κρύβουν τα προβλήματά τους από ντροπή; Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου;»