«Ή πουλάμε το πατρικό ή παύουμε να είμαστε οικογένεια» – Μια ιστορία για το σπίτι, το αίμα και τις πληγές που δεν κλείνουν
«Ή πουλάμε το πατρικό ή παύουμε να είμαστε οικογένεια», είπε η Ελένη, κοιτώντας με στα μάτια με εκείνο το ψυχρό βλέμμα που δεν της ταίριαζε ποτέ. Για μια στιγμή, νόμιζα πως δεν άκουσα καλά. Τα κλειδιά γλίστρησαν από το χέρι μου και έπεσαν πάνω στην παλιά ξύλινη κονσόλα, εκεί που η μάνα μας άφηνε πάντα το πορτοφόλι της και τα ψώνια της λαϊκής.
«Τι είπες;» ψιθύρισα, νιώθοντας το στομάχι μου να σφίγγεται. Η φωνή μου έτρεμε, όχι από θυμό, αλλά από εκείνο το παλιό, γνώριμο φόβο που είχα όταν ήμασταν παιδιά και φοβόμουν μην τσακωθούμε για τα πιο ασήμαντα. Μόνο που τώρα δεν ήταν ασήμαντο. Ήταν το σπίτι μας. Το σπίτι που γεννηθήκαμε, που μεγαλώσαμε, που θάψαμε τους γονείς μας πριν τρία χρόνια, με τα χέρια μας να τρέμουν και τα μάτια μας να καίνε από τα δάκρυα.
Η Ελένη έσφιξε τα χείλη της. «Δεν αντέχω άλλο. Δεν μπορώ να κουβαλάω μόνη μου το βάρος. Ούτε να έρχομαι κάθε μήνα να πληρώνω τους λογαριασμούς, να φροντίζω τον κήπο, να ακούω τους γείτονες να ρωτάνε πότε θα το φτιάξουμε ή πότε θα το πουλήσουμε. Εσύ λείπεις στην Αθήνα, εγώ εδώ, μόνη. Δεν είναι δίκαιο.»
Ένιωσα το αίμα να ανεβαίνει στο πρόσωπό μου. «Κι εγώ τι να κάνω; Η δουλειά μου είναι στην Αθήνα, τα παιδιά μου πάνε σχολείο εκεί. Δεν μπορώ να τα αφήσω όλα και να γυρίσω στο χωριό. Το ξέρεις.»
«Τότε πουλάμε. Να τελειώνουμε. Να πάρουμε τα λεφτά, να τα μοιράσουμε, να κάνουμε ο καθένας τη ζωή του. Δεν αντέχω άλλο να ζω με φαντάσματα.»
Σιώπησα. Κοίταξα γύρω μου. Οι τοίχοι ήταν γεμάτοι φωτογραφίες: εγώ και η Ελένη μικρές, με τα μαλλιά μας πλεγμένα κοτσίδες, ο πατέρας μας με το μουστάκι του, η μάνα μας να γελάει στην αυλή με τα γεράνια. Πώς να πουλήσεις κάτι τέτοιο; Πώς να βάλεις τιμή σε ό,τι σε έφτιαξε άνθρωπο;
«Δεν είναι τόσο απλό», της είπα. «Δεν είναι μόνο το σπίτι. Είναι όλα όσα ζήσαμε εδώ. Οι Κυριακές με το κοτόπουλο στο φούρνο, τα καλοκαίρια που κοιμόμασταν στην ταράτσα, οι καβγάδες μας, τα γέλια μας. Πού θα πάνε όλα αυτά αν το πουλήσουμε;»
Η Ελένη γύρισε το κεφάλι της. «Δεν ξέρω. Ίσως να μείνουν μέσα μας. Ίσως να χαθούν. Αλλά εγώ δεν αντέχω άλλο. Θέλω να ζήσω. Να μην είμαι δεμένη με το παρελθόν.»
Ένιωσα ένα κύμα θυμού να με πλημμυρίζει. «Κι εγώ; Εγώ τι είμαι; Δεν είμαι οικογένειά σου; Δεν είμαι το παρόν σου;»
«Όχι αν δεν με καταλαβαίνεις. Όχι αν με αφήνεις να τα τραβάω όλα μόνη μου.»
Η φωνή της έσπασε. Για πρώτη φορά είδα δάκρυα στα μάτια της. Η Ελένη, που πάντα ήταν η δυνατή, η λογική, η ψύχραιμη. Τώρα έμοιαζε μικρή, χαμένη, σαν το κορίτσι που έτρεχε πίσω μου όταν φοβόταν το σκοτάδι.
«Ελένη…» πλησίασα, αλλά εκείνη έκανε πίσω. «Μην. Δεν θέλω να τσακωθούμε. Αλλά πρέπει να αποφασίσουμε. Ή το πουλάμε, ή…»
«Ή τι;»
«Ή δεν έχουμε τίποτα να πούμε πια. Δεν μπορώ να ζω με κάποιον που δεν με σέβεται.»
Ένιωσα το πάτωμα να φεύγει κάτω από τα πόδια μου. Πώς φτάσαμε εδώ; Πώς γίνεται δυο αδερφές που μοιράστηκαν τα πάντα να στέκονται τώρα σαν ξένες, με ένα σπίτι ανάμεσά τους να τις χωρίζει;
Το βράδυ, έμεινα ξάγρυπνη στο παλιό μου δωμάτιο. Η μυρωδιά του ξύλου, τα ξεθωριασμένα σεντόνια, το φως της λάμπας που έμπαινε από το παράθυρο – όλα μου θύμιζαν ποια ήμουν. Θυμήθηκα τη μάνα μας, να μας αγκαλιάζει όταν τσακωνόμασταν. «Αίμα σας ενώνει, κορίτσια μου. Μην το ξεχνάτε ποτέ.»
Αλλά το αίμα δεν φτάνει πάντα. Οι πληγές μένουν ανοιχτές, όσο κι αν προσπαθείς να τις κρύψεις κάτω από χαλιά και φωτογραφίες.
Το πρωί, βρήκα την Ελένη στην κουζίνα, να πίνει καφέ. Τα μάτια της ήταν πρησμένα. Κάθισα απέναντί της, σιωπηλή. Για λίγο, κανείς δεν μίλησε.
«Θυμάσαι τότε που χάσαμε τον πατέρα;» της είπα τελικά. «Πώς κρατηθήκαμε η μία από την άλλη; Πώς δεν αφήσαμε τίποτα να μας χωρίσει;»
Η Ελένη χαμογέλασε πικρά. «Τότε ήμασταν παιδιά. Τώρα είμαστε μόνες.»
«Δεν θέλω να σε χάσω», της είπα. «Ούτε το σπίτι. Αλλά αν πρέπει να διαλέξω, προτιμώ εσένα.»
Η Ελένη δάκρυσε. «Κι εγώ. Αλλά δεν ξέρω αν μπορώ να συνεχίσω έτσι.»
Περάσαμε ώρες να μιλάμε, να θυμόμαστε, να κλαίμε. Στο τέλος, δεν βρήκαμε λύση. Μόνο μια συμφωνία: να το σκεφτούμε λίγο ακόμα. Να μην πάρουμε απόφαση εν βρασμώ.
Έφυγα από το σπίτι με βαριά καρδιά. Στο δρόμο για την Αθήνα, σκεφτόμουν: Τι αξίζει περισσότερο; Το παρελθόν ή το μέλλον; Η οικογένεια ή η ελευθερία; Μπορείς να κρατήσεις και τα δύο ή πάντα κάτι θα χάνεις;
Αναρωτιέμαι: Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου; Θα πουλούσατε το πατρικό σας για να σώσετε τη σχέση με την αδερφή σας ή θα παλεύατε να κρατήσετε ζωντανές τις μνήμες;