Αυτός ο άνθρωπος πούλησε το αίμα του για να σπουδάσω. Τώρα που βγάζω εκατό χιλιάδες το μήνα, ήρθε για βοήθεια κι εγώ δεν του έδωσα ούτε ένα ευρώ.
«Γιάννη, δεν μπορώ να το πιστέψω. Εσύ; Εσύ που ήσουν πάντα το στήριγμά μου;» Η φωνή του πατέρα μου έτρεμε, γεμάτη παράπονο και απογοήτευση. Στεκόταν μπροστά μου, στο πολυτελές γραφείο μου στο Κολωνάκι, με τα χέρια του να τρέμουν ελαφρά, τα μάτια του βουρκωμένα. Ήταν η πρώτη φορά που τον έβλεπα τόσο αδύναμο, τόσο μικρό μπροστά μου. Κι όμως, αυτός ο άνθρωπος ήταν κάποτε ο ήρωάς μου.
Δεν απάντησα αμέσως. Κοίταξα το ρολόι μου, προσπαθώντας να αποφύγω το βλέμμα του. Ήξερα γιατί είχε έρθει. Είχε ακούσει για τα λεφτά που βγάζω, για τη ζωή που κάνω, για τα ταξίδια και τα ακριβά αυτοκίνητα. Είχε έρθει να ζητήσει βοήθεια. Κι εγώ, εγώ που κάποτε έκλαιγα στην αγκαλιά του όταν έπεφτα και μάτωνα τα γόνατά μου, τώρα δεν ήθελα ούτε να τον κοιτάξω.
«Πατέρα, δεν είναι τόσο απλό. Έχω κι εγώ τις υποχρεώσεις μου. Δεν μπορώ να βοηθήσω αυτή τη στιγμή», του είπα ψυχρά, σχεδόν μηχανικά. Τα λόγια μου έπεσαν βαριά, σαν πέτρες. Τον είδα να σκύβει το κεφάλι, να σφίγγει τα χείλη του για να μην κλάψει.
Θυμήθηκα τότε εκείνο το βράδυ, πριν από δεκαπέντε χρόνια, όταν ήμουν ακόμα φοιτητής στη Θεσσαλονίκη. Δεν είχαμε λεφτά ούτε για το νοίκι. Η μάνα μου έκλαιγε κρυφά στην κουζίνα, κι ο πατέρας μου έφευγε κάθε πρωί για το εργοστάσιο, γυρνώντας το βράδυ εξαντλημένος. Μια μέρα, τον είδα να γυρίζει σπίτι με το χέρι του δεμένο. «Τι έπαθες;» τον ρώτησα. «Τίποτα, παιδί μου, απλώς μια γρατζουνιά», μου είπε. Αργότερα έμαθα ότι είχε πουλήσει αίμα για να μου στείλει λεφτά να πληρώσω τα δίδακτρα.
«Γιάννη, για σένα το έκανα. Για να σπουδάσεις, να γίνεις άνθρωπος», μου είχε πει τότε, όταν το ανακάλυψα. Κι εγώ, γεμάτος ντροπή και αγάπη, του ορκίστηκα πως ποτέ δεν θα τον αφήσω μόνο του. Τώρα, όμως, ήμουν εγώ αυτός που τον άφηνα.
Η μάνα μου, η κυρα-Ελένη, πάντα προσπαθούσε να κρατήσει την οικογένεια ενωμένη. «Γιάννη, μην ξεχνάς ποιος είσαι και από πού ήρθες», μου έλεγε κάθε φορά που της τηλεφωνούσα από την Αθήνα. Κι εγώ, μέσα στη δίνη της επιτυχίας, το ξέχασα. Ξέχασα τα βράδια που τρώγαμε φακές και ψωμί, τα καλοκαίρια που δουλεύαμε όλοι μαζί στα χωράφια του θείου Μανώλη για να βγάλουμε τα έξοδα του χειμώνα.
Όταν τελείωσα το πανεπιστήμιο και βρήκα δουλειά σε μεγάλη εταιρεία, ο πατέρας μου ήταν περήφανος. «Ο γιος μου, ο επιστήμονας!» έλεγε σε όλο το χωριό. Κι εγώ, κάθε φορά που τον έβλεπα, ένιωθα να με πνίγει η αγάπη και η ευγνωμοσύνη. Όμως, όσο περνούσαν τα χρόνια και ανέβαινα επαγγελματικά, τόσο απομακρυνόμουν. Οι φίλοι μου άλλαξαν, οι συνήθειές μου άλλαξαν, ακόμα και η γλώσσα μου άλλαξε. Άρχισα να ντρέπομαι για το χωριό, για το παρελθόν μου. Όταν ερχόταν ο πατέρας μου στην Αθήνα, τον έβαζα να με περιμένει σε καφετέριες, να μην τον δουν οι συνάδελφοί μου.
Η τελευταία φορά που τον είδα πριν από αυτό το πρωινό στο γραφείο, ήταν στη βάφτιση της κόρης μου. Ήρθε με το παλιό του κουστούμι, εκείνο που φορούσε μόνο σε γάμους και κηδείες. Η γυναίκα μου, η Μαρία, τον κοίταξε με ένα βλέμμα που δεν θα ξεχάσω ποτέ. «Γιάννη, μήπως να του πάρουμε κάτι καλύτερο να φορέσει;» μου ψιθύρισε. Ντράπηκα. Ντράπηκα για τον πατέρα μου, για τον εαυτό μου, για όλα.
Τώρα, στεκόταν μπροστά μου, ζητώντας βοήθεια. «Γιάννη, δεν σου ζητάω πολλά. Μόνο λίγα χρήματα για να πληρώσω το ρεύμα. Η μάνα σου είναι άρρωστη, δεν έχουμε να πάρουμε τα φάρμακά της. Σε παρακαλώ, παιδί μου, βοήθησέ μας», είπε με σβησμένη φωνή.
Ένιωσα το στομάχι μου να σφίγγεται. Ήθελα να του φωνάξω, να του πω πως δεν φταίω εγώ για όλα, πως κι εγώ κουράστηκα, πως κι εγώ έχω τα δικά μου προβλήματα. Αλλά ήξερα πως ήταν ψέμα. Εγώ είχα τα πάντα, κι εκείνος τίποτα. Εγώ ζούσα σε πολυτελές διαμέρισμα, κι εκείνος σε ένα παλιό σπίτι στο χωριό, με υγρασία και μούχλα.
«Δεν μπορώ, πατέρα. Δεν γίνεται τώρα. Ίσως αργότερα», του είπα και του γύρισα την πλάτη. Τον άκουσα να αναστενάζει, να σέρνει τα βήματά του προς την πόρτα. «Να είσαι καλά, παιδί μου», είπε και έφυγε.
Όταν έμεινα μόνος, ένιωσα ένα βάρος στο στήθος μου. Θυμήθηκα τα παιδικά μου χρόνια, τα καλοκαίρια στο χωριό, τις Κυριακές που πηγαίναμε όλοι μαζί στην εκκλησία. Θυμήθηκα τη μάνα μου να μου φτιάχνει τηγανίτες, τον πατέρα μου να με μαθαίνει να οδηγώ το παλιό του φορτηγάκι. Τότε, ήμασταν φτωχοί, αλλά ευτυχισμένοι. Τώρα, έχω τα πάντα, αλλά νιώθω πιο μόνος από ποτέ.
Το βράδυ, η Μαρία με ρώτησε τι είχε ο πατέρας μου. «Τίποτα, ήρθε απλώς να με δει», της είπα. Δεν ήθελα να μιλήσω γι’ αυτό. Δεν ήθελα να παραδεχτώ πόσο άσχημα φέρθηκα. Όλη νύχτα στριφογύριζα στο κρεβάτι, ακούγοντας τη φωνή του πατέρα μου να αντηχεί στο μυαλό μου: «Για σένα το έκανα, Γιάννη. Για να σπουδάσεις, να γίνεις άνθρωπος».
Τι σημαίνει, άραγε, να είσαι άνθρωπος; Να έχεις λεφτά, δόξα, επιτυχία; Ή να μπορείς να κοιτάξεις τον πατέρα σου στα μάτια χωρίς ντροπή; Τι αξίζουν όλα αυτά αν δεν μπορείς να σταθείς δίπλα σε αυτούς που σε μεγάλωσαν;
Την επόμενη μέρα, πήρα το αυτοκίνητο και πήγα στο πατρικό μου. Η μάνα μου ήταν ξαπλωμένη στο κρεβάτι, χλωμή και αδύναμη. Ο πατέρας μου καθόταν δίπλα της, κρατώντας το χέρι της. Όταν με είδε, δεν είπε τίποτα. Μόνο με κοίταξε με εκείνο το βλέμμα που λέει περισσότερα από χίλιες λέξεις. Κάθισα δίπλα του, αμίλητος. Ήθελα να του ζητήσω συγγνώμη, να του πω πόσο τον αγαπάω, πόσο λυπάμαι για όλα. Αλλά τα λόγια δεν έβγαιναν.
«Γιάννη, όλα καλά;» με ρώτησε η μάνα μου με αδύναμη φωνή. «Όλα καλά, μάνα», της είπα και της χάιδεψα τα μαλλιά. Ο πατέρας μου σηκώθηκε και βγήκε έξω. Τον ακολούθησα. «Πατέρα…» ψιθύρισα. Δεν γύρισε να με κοιτάξει. «Ό,τι κι αν γίνει, να θυμάσαι πως σ’ αγαπάμε», μου είπε και μπήκε στο στάβλο.
Έμεινα εκεί, στη μέση της αυλής, με τα μάτια γεμάτα δάκρυα. Πόσο εύκολο είναι να χαθεί η αγάπη; Πόσο δύσκολο να τη βρεις ξανά; Μπορούν, άραγε, τα χρήματα να γεμίσουν το κενό που αφήνει η προδοσία;
Από τότε πέρασαν μήνες. Η μάνα μου πέθανε χωρίς να ξαναμιλήσουμε για εκείνη τη μέρα. Ο πατέρας μου δεν με ξαναζήτησε. Ζει μόνος του, στο παλιό σπίτι, με τις αναμνήσεις του. Κι εγώ, κάθε βράδυ, αναρωτιέμαι: αξίζει, τελικά, η επιτυχία αν την πληρώνεις με τη μοναξιά;
Αν μπορούσα να γυρίσω τον χρόνο πίσω, θα έκανα τα πάντα διαφορετικά. Αλλά τώρα; Τώρα μένει μόνο η ερώτηση: Μπορεί, άραγε, να συγχωρεθεί ένας γιος που πρόδωσε τον πατέρα του; Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου;