«Πώς τόλμησε να με καλέσει στον γάμο της με τον άντρα μου;»

«Δεν μπορεί να είναι αλήθεια…» ψιθύρισα, κρατώντας το χιονάτο χαρτί στα χέρια μου. Τα δάχτυλά μου έτρεμαν, το αίμα μου είχε παγώσει. Το όνομά της, Ελένη Παπαδοπούλου, δίπλα στο όνομα του άντρα μου, του πρώην μου πια, του Νίκου Αντωνίου. Κι από κάτω, με χρυσά γράμματα, η πρόσκληση: «Με μεγάλη χαρά σας προσκαλούμε στον γάμο μας…». Εμένα. Εμένα, που πριν έξι μήνες κοιμόμουν ακόμα δίπλα του, που του μαγείρευα κάθε Κυριακή παστίτσιο, που ήξερα κάθε ρυτίδα στο μέτωπό του, κάθε φόβο και κάθε όνειρό του.

Ένιωσα να πνίγομαι. Το σπίτι ήταν άδειο, αλλά ο αέρας βάρυνε απότομα. Πέταξα την πρόσκληση στο τραπέζι και έτρεξα στο μπάνιο. Κοίταξα το πρόσωπό μου στον καθρέφτη: μάτια κόκκινα, μαλλιά αχτένιστα, ένα βλέμμα χαμένο. «Πώς έφτασα εδώ;» αναρωτήθηκα. Πριν λίγους μήνες, ήμασταν ακόμα οικογένεια. Τώρα, ήμουν απλώς η πρώην γυναίκα του Νίκου, αυτή που όλοι λυπούνται και αποφεύγουν να κοιτάξουν στα μάτια.

Το τηλέφωνο χτύπησε. Ήταν η μητέρα μου. «Μαρία, είσαι καλά;» Η φωνή της ανήσυχη, γεμάτη αγάπη και ενοχές. «Ναι, μαμά, απλώς… έλα να πιούμε έναν καφέ, σε παρακαλώ.» Δεν άντεχα να μείνω μόνη. Σε δέκα λεπτά ήταν εδώ, με το γνωστό της ταπεράκι γεμάτο μπουγάτσα και το βλέμμα της που προσπαθούσε να κρύψει τον πόνο της για μένα.

«Τι έγινε πάλι;» με ρώτησε, κι εγώ της έδειξα την πρόσκληση. Την κοίταξε, σήκωσε τα φρύδια της και μουρμούρισε: «Αυτή η κοπέλα δεν έχει τσίπα. Και ο Νίκος… τι να πω;»

«Δεν ξέρω αν πρέπει να γελάσω ή να κλάψω, μαμά. Με προσκαλούν στον γάμο τους! Σαν να μην έφτανε που με άφησε, τώρα πρέπει να το γιορτάσω κιόλας;»

Η μητέρα μου με αγκάλιασε. «Μην το αφήσεις να σε ρίξει, παιδί μου. Εσύ είσαι η Μαρία που ξέρω, δυνατή και περήφανη. Αυτοί οι δυο θα το πληρώσουν, να το θυμάσαι.»

Όμως δεν ένιωθα δυνατή. Ένιωθα προδομένη, ταπεινωμένη. Στο μυαλό μου γύριζαν οι τελευταίοι μήνες: οι καβγάδες, τα ψέματα, τα κρυφά μηνύματα στο κινητό του Νίκου. Θυμάμαι τη μέρα που τον ρώτησα ευθέως: «Υπάρχει άλλη;» Κι εκείνος, με το βλέμμα χαμηλωμένο, μου είπε: «Ναι, Μαρία. Δεν μπορώ να σου πω ψέματα άλλο.»

«Ποια είναι;»

«Η Ελένη… από τη δουλειά.»

Ένιωσα το πάτωμα να φεύγει κάτω από τα πόδια μου. Η Ελένη, η χαμογελαστή κοπέλα που είχα γνωρίσει σε μια εταιρική γιορτή, που μου είχε πει πόσο τυχερή ήμουν που είχα τον Νίκο. Πόσο ειρωνικό.

Τις επόμενες μέρες, όλα άλλαξαν. Ο Νίκος μάζεψε τα πράγματά του, έφυγε από το σπίτι. Οι φίλοι μας χωρίστηκαν στα δύο: άλλοι με εμένα, άλλοι με εκείνον. Οι γονείς του με πήραν τηλέφωνο, προσπαθώντας να με παρηγορήσουν, αλλά ένιωθα πως ήθελαν να ξεμπερδεύουν. «Είσαι νέα, Μαρία, θα ξαναφτιάξεις τη ζωή σου.» Μα εγώ δεν ήθελα άλλη ζωή. Ήθελα τη δική μου πίσω.

Και τώρα, αυτή η πρόσκληση. Ένα χαστούκι. Ένα μήνυμα πως όλα τελείωσαν, πως πρέπει να προχωρήσω. Αλλά πώς; Πώς να πας παρακάτω όταν νιώθεις πως σε έχουν πετάξει στα σκουπίδια;

Το βράδυ, η φίλη μου η Σοφία ήρθε να με δει. «Θα πας;» με ρώτησε. «Στον γάμο;»

«Όχι, φυσικά!»

«Γιατί όχι; Να πας, να τους δείξεις πως δεν σε αγγίζει. Να βάλεις το ωραιότερό σου φόρεμα, να σηκώσεις το κεφάλι ψηλά και να τους χαμογελάσεις. Αυτό θα τους πονέσει περισσότερο.»

Γέλασα πικρά. «Δεν είμαι τόσο δυνατή, Σοφία. Δεν θέλω να τους δω. Δεν θέλω να δω τον Νίκο να παντρεύεται άλλη.»

«Μαρία, πρέπει να σκεφτείς εσένα. Να κάνεις κάτι για σένα. Μην τους αφήσεις να σε διαλύσουν.»

Τα λόγια της με τριγυρνούσαν όλο το βράδυ. Ξάπλωσα στο κρεβάτι, αλλά ο ύπνος δεν ερχόταν. Σκεφτόμουν τα χρόνια που πέρασα με τον Νίκο: τα καλοκαίρια στη Χαλκιδική, τα βράδια που βλέπαμε ταινίες αγκαλιά, τις Κυριακές με τους γονείς του στο τραπέζι. Πού πήγαν όλα αυτά; Πώς γίνεται να τελειώνει έτσι μια ζωή;

Τις επόμενες μέρες, η πόλη έμοιαζε πιο γκρίζα. Στη δουλειά, οι συνάδελφοι με κοιτούσαν με οίκτο. Κάποιοι ψιθύριζαν πίσω από την πλάτη μου. «Η Μαρία, αυτή που την άφησε ο άντρας της για την άλλη…» Ένιωθα να πνίγομαι. Ακόμα και στο σούπερ μάρκετ, όταν συνάντησα την κυρία Κατερίνα από τη γειτονιά, με ρώτησε: «Πώς είσαι, κορίτσι μου;» με εκείνο το βλέμμα που λέει «σε λυπάμαι».

Ένα απόγευμα, χτύπησε το κουδούνι. Ήταν ο Νίκος. Στεκόταν αμήχανος στην πόρτα, με τα μάτια χαμηλωμένα.

«Μπορώ να μπω;»

Τον κοίταξα ψυχρά. «Γιατί ήρθες;»

«Ήθελα να σου μιλήσω. Να σου ζητήσω συγγνώμη. Ξέρω ότι σε πλήγωσα…»

«Δεν χρειάζεται να πεις τίποτα, Νίκο. Ό,τι είχαμε τελείωσε. Εσύ το τελείωσες.»

«Δεν ήθελα να γίνει έτσι. Αλλά… με την Ελένη…»

«Μην τολμήσεις να μου πεις ότι ήταν τυχαίο. Ότι δεν το ήθελες. Ήσουν ενήλικας, έκανες τις επιλογές σου.»

Σιώπησε. Ένιωσα ένα κύμα θυμού να με πλημμυρίζει. «Και πες μου, ποιανού ιδέα ήταν να μου στείλετε πρόσκληση;»

«Η Ελένη… ήθελε να δείξει ότι δεν υπάρχει κακία. Ότι μπορείς να είσαι μέρος της ζωής μας.»

Γέλασα ειρωνικά. «Μέρος της ζωής σας; Είστε σοβαροί; Με αφήσατε, με προδώσατε, και τώρα θέλετε να είμαι και χαρούμενη για εσάς;»

Ο Νίκος έσκυψε το κεφάλι. «Συγγνώμη, Μαρία. Δεν ξέρω τι άλλο να πω.»

«Δεν χρειάζεται να πεις τίποτα. Καλή τύχη. Ειλικρινά.» Του έκλεισα την πόρτα.

Έμεινα μόνη, αλλά αυτή τη φορά δεν έκλαψα. Ένιωσα ένα βάρος να φεύγει από πάνω μου. Ίσως ήταν η αρχή. Ίσως έπρεπε να αφήσω το παρελθόν πίσω.

Την ημέρα του γάμου, πήγα μια βόλτα στη θάλασσα. Κάθισα σε ένα παγκάκι και κοίταξα τον ορίζοντα. Η ζωή συνεχίζεται, σκέφτηκα. Ίσως μια μέρα να ξαναγελάσω αληθινά. Ίσως να βρω ξανά τον εαυτό μου.

Αναρωτιέμαι, όμως: Πόσες φορές πρέπει να μας προδώσουν για να μάθουμε να αγαπάμε τον εαυτό μας; Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου; Θα πηγαίνατε στον γάμο; Θα συγχωρούσατε; Ή θα προχωρούσατε μπροστά, αφήνοντας τα πάντα πίσω;