Η αρραβωνιαστικιά του γιου μου χτύπησε την πόρτα: Μια ιστορία εξαφάνισης και οικογενειακών μυστικών
«Συγγνώμη… είστε η κυρία Παπαδοπούλου;»
Η φωνή της έσπαγε, τα μάτια της ήταν κατακόκκινα. Άνοιξα την πόρτα και την είδα να στέκεται μπροστά μου, με ένα παλιό, τσαλακωμένο παλτό και τα χέρια της να τρέμουν. Η βροχή είχε μουσκέψει τα μαλλιά της, και για μια στιγμή σκέφτηκα να της πω να μπει μέσα, αλλά τα λόγια της με πάγωσαν.
«Είμαι η αρραβωνιαστικιά του γιου σας… του Νίκου. Αλλά… έχει εξαφανιστεί. Δύο εβδομάδες τώρα. Κανείς δεν ξέρει πού είναι.»
Ένιωσα το αίμα να παγώνει στις φλέβες μου. Ο Νίκος; Ο γιος μου; Δεν μου είχε πει ποτέ τίποτα για αρραβώνα. Τον τελευταίο καιρό μιλούσαμε λιγότερο, αλλά πάντα πίστευα πως αν συνέβαινε κάτι τόσο σημαντικό, θα το ήξερα. Την κοίταξα προσεκτικά. Ήταν νέα, όμορφη, αλλά ταλαιπωρημένη. Τα μάτια της είχαν μια απόγνωση που δεν μπορούσε να κρυφτεί.
«Πώς σε λένε;» κατάφερα να ψελλίσω.
«Ελένη. Ελένη Καραγιάννη.»
Της έγνεψα να περάσει μέσα. Κάθισε στον καναπέ, κρατώντας σφιχτά την τσάντα της. Έβαλα να βράσει νερό για τσάι, προσπαθώντας να βάλω σε τάξη τις σκέψεις μου. Ο Νίκος είχε εξαφανιστεί; Γιατί; Και γιατί δεν με είχε ενημερώσει κανείς;
«Πότε τον είδες τελευταία φορά;» τη ρώτησα, προσπαθώντας να κρατήσω τη φωνή μου σταθερή.
«Ήταν πριν δύο εβδομάδες, το βράδυ της Παρασκευής. Ήρθε σπίτι μου, φάγαμε μαζί, μιλήσαμε για το μέλλον… Ήταν λίγο ανήσυχος, αλλά δεν μου είπε τίποτα συγκεκριμένο. Το πρωί, όταν ξύπνησα, είχε φύγει. Από τότε… τίποτα. Το κινητό του κλειστό, οι φίλοι του δεν ξέρουν τίποτα, ούτε στη δουλειά του πήγε.»
Το μυαλό μου έτρεχε. Ο Νίκος πάντα ήταν εσωστρεφής, αλλά ποτέ δεν είχε εξαφανιστεί έτσι. Πήρα το τηλέφωνο και κάλεσα τον αριθμό του. «Ο συνδρομητής που καλέσατε δεν είναι διαθέσιμος.» Η φωνή της αυτόματης απάντησης με έκανε να ανατριχιάσω.
«Πήγες στην αστυνομία;»
Η Ελένη έγνεψε καταφατικά. «Ναι, αλλά μου είπαν ότι οι ενήλικες έχουν δικαίωμα να φύγουν αν θέλουν. Δεν βρήκαν τίποτα ύποπτο στο σπίτι του. Είπαν να περιμένω.»
Ένιωσα ένα κύμα θυμού να με πλημμυρίζει. Πώς μπορούσαν να είναι τόσο αδιάφοροι; Ο γιος μου είχε εξαφανιστεί! Πήρα βαθιά ανάσα και προσπάθησα να σκεφτώ λογικά. «Υπάρχει κάτι που δεν μου λες; Κάτι που μπορεί να τον αναστάτωσε;»
Η Ελένη δάκρυσε ξανά. «Τσακωθήκαμε λίγο εκείνο το βράδυ. Του είπα ότι οι γονείς μου δεν εγκρίνουν τη σχέση μας, ότι θέλουν να παντρευτώ κάποιον με περισσότερα χρήματα. Εκείνος θύμωσε, είπε ότι δεν τον νοιάζει, αλλά… ίσως τον πείραξε περισσότερο απ’ όσο έδειξε.»
Ένιωσα ένα βάρος στο στήθος. Ο Νίκος πάντα ήθελε να αποδείξει ότι αξίζει, ότι μπορεί να τα καταφέρει μόνος του. Ίσως αυτή η πίεση να τον είχε λυγίσει. Αλλά να εξαφανιστεί έτσι;
Τις επόμενες μέρες, η Ελένη ερχόταν συχνά στο σπίτι. Ψάχναμε μαζί για στοιχεία, τηλεφωνούσαμε σε φίλους, συγγενείς, ακόμα και σε παλιούς συμμαθητές του Νίκου. Κανείς δεν ήξερε τίποτα. Η αστυνομία αδιάφορη. Οι φήμες στη γειτονιά άρχισαν να φουντώνουν. «Κάτι θα έκανε και έφυγε», έλεγαν μερικοί. Άλλοι ψιθύριζαν για χρέη, για μπλεξίματα. Εγώ ήξερα τον γιο μου. Δεν ήταν τέτοιος άνθρωπος.
Ένα βράδυ, καθώς καθόμασταν με την Ελένη στην κουζίνα, εκείνη ξέσπασε. «Δεν αντέχω άλλο! Οι γονείς μου λένε να τον ξεχάσω, ότι δεν ήταν αρκετά καλός για μένα. Αλλά εγώ τον αγαπάω! Δεν μπορώ να κοιμηθώ, δεν μπορώ να φάω…»
Την αγκάλιασα. Ένιωσα τον πόνο της να γίνεται δικός μου. «Θα τον βρούμε, Ελένη. Δεν θα σταματήσω να ψάχνω.»
Την επόμενη μέρα, αποφάσισα να πάω η ίδια στην αστυνομία. Ο αστυνόμος Μανώλης με κοίταξε με ύφος κουρασμένο. «Κυρία Παπαδοπούλου, σας καταλαβαίνω, αλλά δεν έχουμε κανένα στοιχείο. Μήπως είχε μπλεξίματα; Χρέη;»
«Όχι! Ο γιος μου είναι καλό παιδί. Δουλεύει σκληρά, δεν έχει εχθρούς.»
Ο Μανώλης αναστέναξε. «Θα κάνουμε ό,τι μπορούμε. Αν μάθετε κάτι, ενημερώστε μας.»
Βγήκα από το τμήμα με τα πόδια βαριά. Η Αθήνα έμοιαζε πιο γκρίζα από ποτέ. Οι άνθρωποι περνούσαν βιαστικά, αδιάφοροι για τον πόνο μου. Στο σπίτι, η Ελένη με περίμενε με μια ελπίδα στα μάτια. «Τι είπαν;»
«Τίποτα. Πρέπει να ψάξουμε μόνες μας.»
Αρχίσαμε να ψάχνουμε τα πράγματα του Νίκου. Στο παλιό του δωμάτιο βρήκα ένα σημειωματάριο. Στις τελευταίες σελίδες είχε γράψει κάτι που με τάραξε:
«Νιώθω ότι δεν ανήκω πουθενά. Όλοι περιμένουν κάτι από μένα. Κουράστηκα να προσπαθώ να τους ευχαριστήσω όλους.»
Έδειξα το σημειωματάριο στην Ελένη. Εκείνη ξέσπασε σε λυγμούς. «Ήξερα ότι ήταν πιεσμένος, αλλά όχι τόσο…»
Τις επόμενες μέρες, η αγωνία μεγάλωνε. Οι γονείς της Ελένης ήρθαν στο σπίτι. Ο πατέρας της, ο κύριος Καραγιάννης, ήταν ψυχρός. «Καλύτερα να το ξεχάσετε. Αν ήθελε να μείνει, θα έμενε. Η κόρη μου αξίζει καλύτερα.»
Η Ελένη αντέδρασε έντονα. «Δεν θα τον αφήσω! Δεν με νοιάζουν τα λεφτά σας, δεν με νοιάζει τίποτα! Θέλω τον Νίκο!»
Η μητέρα της προσπάθησε να την ηρεμήσει. «Ελένη, κορίτσι μου, σκέψου το μέλλον σου. Μην καταστρέφεις τη ζωή σου για κάποιον που δεν σε θέλει.»
Εγώ δεν άντεξα άλλο. «Ο γιος μου δεν θα έκανε ποτέ κάτι τέτοιο. Κάτι του συνέβη! Πρέπει να ψάξουμε!»
Οι μέρες περνούσαν βασανιστικά. Η Ελένη άρχισε να χάνει βάρος, να μην κοιμάται. Εγώ ένιωθα να γερνάω δέκα χρόνια σε λίγες εβδομάδες. Οι φίλοι μου προσπαθούσαν να με παρηγορήσουν, αλλά κανείς δεν καταλάβαινε πραγματικά. Μόνο η Ελένη μοιραζόταν τον πόνο μου.
Ένα βράδυ, χτύπησε το τηλέφωνο. Ήταν ένας άγνωστος αριθμός. «Ναι;»
«Κυρία Παπαδοπούλου; Ο γιος σας είναι καλά. Μην ψάχνετε άλλο.» Η φωνή ήταν αντρική, ψυχρή. Πριν προλάβω να ρωτήσω κάτι, το τηλέφωνο έκλεισε.
Έμεινα να κοιτάζω το ακουστικό. Η καρδιά μου χτυπούσε σαν τρελή. Πήγα αμέσως στην αστυνομία, αλλά δεν μπορούσαν να εντοπίσουν το τηλέφωνο. «Μπορεί να είναι φάρσα», είπε ο Μανώλης. «Μπορεί να είναι ο ίδιος ο Νίκος.»
Η Ελένη δεν άντεξε άλλο. «Πρέπει να τον βρούμε! Πρέπει να κάνουμε κάτι!»
Αποφασίσαμε να ψάξουμε σε μέρη που σύχναζε ο Νίκος. Πήγαμε στο παλιό του στέκι, ένα καφενείο στα Εξάρχεια. Ο ιδιοκτήτης, ο κύριος Στέλιος, μας είπε: «Τον είδα πριν λίγες μέρες. Ήταν μόνος του, φαινόταν χαμένος. Δεν μίλησε σε κανέναν.»
Η Ελένη έτρεξε στους δρόμους, ρωτούσε περαστικούς, κολλούσε αφίσες. Εγώ ένιωθα να χάνω τις δυνάμεις μου. Μια μέρα, καθώς περπατούσα στην πλατεία, είδα έναν νεαρό που έμοιαζε με τον Νίκο. Τον φώναξα, αλλά γύρισε και με κοίταξε με άδειο βλέμμα. Δεν ήταν αυτός.
Οι μέρες έγιναν εβδομάδες. Η ελπίδα έσβηνε. Η Ελένη έφυγε για λίγο στο χωριό της, να ηρεμήσει. Εγώ έμεινα μόνη, με τις αναμνήσεις και τον πόνο. Κάθε βράδυ προσευχόμουν να γυρίσει ο Νίκος. Να ακούσω το κλειδί στην πόρτα, να τον αγκαλιάσω ξανά.
Ένα απόγευμα, χτύπησε η πόρτα. Άνοιξα και τον είδα. Ήταν ο Νίκος. Αδύνατος, αξύριστος, με μάτια γεμάτα ενοχές. Έπεσα στην αγκαλιά του, έκλαιγα και γελούσα μαζί.
«Μαμά… συγγνώμη. Δεν άντεχα άλλο. Έπρεπε να φύγω, να σκεφτώ. Όλα με πίεζαν… η δουλειά, τα λεφτά, ο αρραβώνας…»
Τον κράτησα σφιχτά. «Δεν πειράζει, αγόρι μου. Είσαι εδώ. Αυτό έχει σημασία.»
Η Ελένη γύρισε αμέσως μόλις έμαθε τα νέα. Τον αγκάλιασε, έκλαιγαν και οι δύο. Οι γονείς της δεν ήρθαν ποτέ. Ο Νίκος αποφάσισε να ζητήσει βοήθεια, να μιλήσει με ψυχολόγο. Εγώ ήμουν δίπλα του, κάθε μέρα.
Τώρα, κοιτάζω πίσω και αναρωτιέμαι: Πόσα ξέρουμε πραγματικά για τους ανθρώπους που αγαπάμε; Πόσο εύκολα μπορεί να χαθεί κάποιος, ακόμα κι αν είναι δίπλα μας; Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου; Θα συγχωρούσατε; Θα αντέχατε;