Σκιά στην άκρη του χωριού – Η ιστορία της Ιωάννας από το σπίτι στο τέλος του κόσμου

«Τι κάνεις εδώ μόνη σου, κορίτσι μου;» Η φωνή της κυρίας Μαρίας με ξάφνιασε τόσο, που σχεδόν μου έπεσε το παλιό φανάρι από τα χέρια. Ήταν το πρώτο μου βράδυ στο σπίτι στο τέλος του χωριού, εκείνο το μισοερειπωμένο σπίτι που όλοι απέφευγαν. Η υγρασία είχε ποτίσει τους τοίχους, τα παράθυρα έτριζαν με κάθε φύσημα του αέρα, και το πάτωμα έμοιαζε να αναστενάζει κάτω από το βάρος των βημάτων μου.

«Ήρθα να μείνω εδώ…» ψιθύρισα, προσπαθώντας να ακουστώ σίγουρη, αλλά η φωνή μου έσπασε. Η κυρία Μαρία με κοίταξε με εκείνο το βλέμμα που έχουν οι παλιές γυναίκες στα χωριά – το βλέμμα που ξέρει, που κρίνει, που προστατεύει και ταυτόχρονα φοβάται το ξένο. «Εδώ; Μόνη σου; Δεν φοβάσαι;»

Φοβόμουν. Αλλά όχι τα φαντάσματα του σπιτιού. Φοβόμουν τους ανθρώπους, τα λόγια τους, τις σκιές του παρελθόντος που με ακολουθούσαν. Είχα αφήσει πίσω μου την Αθήνα, μια ζωή γεμάτη θόρυβο, απογοητεύσεις και μια προδοσία που ακόμα με έκαιγε. Εδώ, στο χωριό του πατέρα μου, ήλπιζα να βρω γαλήνη. Αντί για γαλήνη, βρήκα ψιθύρους πίσω από τις κουρτίνες, βλέμματα που με ακολουθούσαν στο μπακάλικο, και μια αίσθηση ότι δεν ανήκω πουθενά.

«Η Ιωάννα είναι, του Γιώργου η κόρη», άκουσα μια μέρα τη γειτόνισσα να λέει στη φίλη της, καθώς περνούσα από το καφενείο. «Αυτή που έφυγε για την Αθήνα και δεν ξαναγύρισε ποτέ… μέχρι τώρα. Κάτι κακό θα της συνέβη, δεν εξηγείται αλλιώς.»

Κάθε μέρα, το ίδιο σκηνικό. Πήγαινα στο φούρνο, ο φούρναρης με ρωτούσε αν θα μείνω πολύ. Πήγαινα στη λαϊκή, η κυρία Ελένη μου έδινε τα πιο μαραμένα λαχανικά. Στο καφενείο, οι άντρες σταματούσαν να μιλάνε μόλις έμπαινα. Ήμουν ξένη. Ακόμα και στο ίδιο μου το χωριό.

Τα βράδια, το σπίτι γέμιζε σκιές. Άκουγα τα παλιά πατώματα να τρίζουν, τον άνεμο να σφυρίζει μέσα από τις χαραμάδες. Καμιά φορά, νόμιζα πως άκουγα τη φωνή του πατέρα μου – «Ιωάννα, μην αφήνεις τους άλλους να σε λυγίζουν». Αλλά εγώ είχα ήδη λυγίσει. Είχα έρθει εδώ για να ξεφύγω από τον εαυτό μου, αλλά ο εαυτός μου ήταν παντού.

Ένα βράδυ, καθώς καθάριζα το παλιό τζάκι, άκουσα βήματα έξω. Πάγωσα. Κοίταξα από το παράθυρο και είδα τον Νίκο, τον γιο του παλιού φίλου του πατέρα μου. Είχε μεγαλώσει, είχε γίνει άντρας. Χτύπησε την πόρτα διστακτικά. «Ιωάννα; Είσαι καλά;»

Τον άφησα να μπει. Καθίσαμε στο τραπέζι, με ένα ποτήρι κρασί. «Δεν είναι εύκολο να γυρνάς πίσω», μου είπε. «Το ξέρω. Κι εγώ το σκέφτομαι καμιά φορά. Αλλά εσύ… γιατί γύρισες;»

Δεν ήξερα τι να του πω. Πώς να του εξηγήσω ότι είχα χάσει τη δουλειά μου, ότι ο άντρας που αγάπησα με πρόδωσε με την καλύτερή μου φίλη, ότι η μητέρα μου δεν ήθελε να με ξαναδεί; Πώς να του πω ότι ήθελα να εξαφανιστώ, να χαθώ σε ένα μέρος που κανείς δεν θα με ρωτούσε τίποτα;

«Ήθελα να βρω τον εαυτό μου», του είπα τελικά. Εκείνος χαμογέλασε πικρά. «Εδώ, στο τέλος του κόσμου;»

Οι μέρες περνούσαν αργά. Το σπίτι ήθελε δουλειά – έβαφα, καθάριζα, έφτιαχνα τον κήπο. Τα χέρια μου γέμισαν πληγές, τα γόνατά μου μαύρισαν από το χώμα. Κάθε μέρα, μια μικρή νίκη. Κάθε βράδυ, μια μεγάλη ήττα με τον εαυτό μου. Οι ενοχές, οι τύψεις, η μοναξιά.

Η κυρία Μαρία ερχόταν πού και πού με λίγο φαγητό. «Να τρως, παιδί μου. Μην αφήνεις τον εαυτό σου να μαραζώνει.» Της χαμογελούσα, αλλά μέσα μου ήμουν άδεια. Κάποιες φορές, όταν έφευγε, έκλαιγα σιωπηλά. Δεν ήθελα να με βλέπει κανείς αδύναμη.

Ένα απόγευμα, καθώς πότιζα τον κήπο, ήρθε η μητέρα μου. Δεν την περίμενα. Στεκόταν στην αυλόπορτα, με τα χέρια σταυρωμένα. «Γιατί γύρισες, Ιωάννα;»

«Δεν είχα που αλλού να πάω», της απάντησα. Εκείνη έσφιξε τα χείλη της. «Εδώ δεν είναι λύση. Οι άνθρωποι μιλάνε. Λένε ότι έφερες ντροπή στην οικογένεια.»

Ένιωσα το αίμα να παγώνει στις φλέβες μου. «Εγώ έφερα τη ντροπή; Εγώ που πάλεψα μόνη μου στην Αθήνα, που δούλεψα, που έπεσα και ξανασηκώθηκα;»

«Δεν με νοιάζει τι έκανες στην Αθήνα. Εδώ, ο κόσμος βλέπει. Εδώ, όλα μετράνε.»

Η μητέρα μου έφυγε όπως ήρθε – χωρίς να με αγκαλιάσει, χωρίς να με κοιτάξει στα μάτια. Έμεινα να κοιτάζω το χώμα, να νιώθω πιο μόνη από ποτέ.

Ο Νίκος άρχισε να έρχεται πιο συχνά. Μου έφερνε ξύλα, με βοηθούσε με τις επισκευές. Μιλούσαμε για τα παλιά, για τα όνειρα που είχαμε μικροί. Μια μέρα, μου είπε: «Ξέρεις, πάντα σε θαύμαζα. Είχες το θάρρος να φύγεις. Εγώ δεν το τόλμησα ποτέ.»

Τον κοίταξα στα μάτια. «Δεν είναι θάρρος να φεύγεις. Θάρρος είναι να μένεις και να παλεύεις.»

Τα βράδια, καθόμασταν στη βεράντα, κοιτούσαμε τα αστέρια. Μια νύχτα, μου έπιασε το χέρι. «Ιωάννα…» ψιθύρισε. Ένιωσα την καρδιά μου να χτυπάει δυνατά. Ήθελα να αφεθώ, να πιστέψω ότι μπορούσα να ξαναγαπήσω. Αλλά οι πληγές μου ήταν ακόμα ανοιχτές.

«Δεν ξέρω αν μπορώ», του είπα. Εκείνος δεν μίλησε. Μόνο έσφιξε το χέρι μου πιο δυνατά.

Οι μήνες πέρασαν. Το σπίτι άρχισε να μοιάζει με σπίτι ξανά. Ο κήπος γέμισε λουλούδια. Οι γείτονες άρχισαν να με χαιρετούν, διστακτικά στην αρχή, πιο ζεστά μετά. Αλλά η μητέρα μου δεν ήρθε ξανά. Ούτε στο Πάσχα, ούτε στη γιορτή μου. Ένιωθα ακόμα ξένη. Ακόμα και στον τόπο μου.

Ένα βράδυ, ξέσπασε καταιγίδα. Το ποτάμι φούσκωσε, το χωριό βυθίστηκε στο σκοτάδι. Έτρεξα να βοηθήσω την κυρία Μαρία, που το σπίτι της πλημμύριζε. Ο Νίκος ήταν ήδη εκεί. Μαζί, σώσαμε ό,τι μπορούσαμε. Εκείνο το βράδυ, κατάλαβα πως δεν ήμουν πια μόνη. Πως, ίσως, αν άφηνα τον εαυτό μου να νιώσει, να συγχωρέσει, να αγαπήσει, θα μπορούσα να ανήκω ξανά κάπου.

Αλλά το παρελθόν δεν ξεχνιέται εύκολα. Μια μέρα, ήρθε ένα γράμμα από την Αθήνα. Ο πρώην άντρας μου ζητούσε να συναντηθούμε. Ήθελε να μιλήσουμε για όσα έγιναν. Ταράχτηκα. Ο Νίκος το κατάλαβε. «Δεν χρειάζεται να πας, αν δεν θέλεις», μου είπε. Αλλά εγώ ήξερα πως έπρεπε να το αντιμετωπίσω. Να βρω το θάρρος να συγχωρήσω – όχι εκείνον, αλλά τον εαυτό μου.

Το βράδυ πριν φύγω για την Αθήνα, στάθηκα στη βεράντα και κοίταξα το χωριό. Τα φώτα έλαμπαν μακριά, το σπίτι μου ήταν ζεστό, ο Νίκος δίπλα μου. «Νομίζεις ότι μπορεί κανείς να ξεφύγει ποτέ από το παρελθόν του;» τον ρώτησα.

Εκείνος με κοίταξε σιωπηλός. «Ίσως όχι. Αλλά μπορεί να μάθει να ζει μαζί του.»

Και τώρα, καθώς γράφω αυτή την ιστορία, αναρωτιέμαι: Μπορείς ποτέ να συγχωρήσεις πραγματικά τον εαυτό σου; Ή μήπως οι σκιές θα σε ακολουθούν πάντα, όσο κι αν προσπαθείς να χτίσεις μια καινούρια ζωή;

Εσείς τι πιστεύετε; Έχετε νιώσει ποτέ ξένοι στον ίδιο σας τον τόπο; Θα ήθελα να διαβάσω τις σκέψεις σας…