«Γιατί δεν μαγειρεύεις όπως η γυναίκα του φίλου μου;» – Μια ιστορία για τις προσδοκίες, τις συγκρούσεις και τη δύναμη της αγάπης

«Πάλι φακές;» Η φωνή του Βασίλη αντήχησε στην κουζίνα, γεμάτη απογοήτευση και μια δόση ειρωνείας. Κρατούσε το πιάτο του μπροστά του σαν να περίμενε να μεταμορφωθεί σε κάτι άλλο. «Η Έλλη, η γυναίκα του Γιώργου, κάθε μέρα φτιάχνει και κάτι διαφορετικό. Χτες είχε παστίτσιο, προχτές γιουβέτσι. Εμείς πότε θα φάμε κάτι άλλο εκτός από όσπρια και μακαρόνια;»

Ένιωσα το στομάχι μου να σφίγγεται. Δεν ήταν η πρώτη φορά που άκουγα αυτή τη σύγκριση. Η Έλλη ήταν πάντα το πρότυπο της τέλειας νοικοκυράς: χαμογελαστή, περιποιημένη, με ταπεράκια γεμάτα μυρωδιές και γεύσεις που θύμιζαν Κυριακή στο χωριό. Εγώ, από την άλλη, δούλευα οκτώ ώρες σε ένα λογιστικό γραφείο στο κέντρο της Αθήνας, έτρεχα να προλάβω το μετρό, να πάρω τον μικρό από το φροντιστήριο και να μαγειρέψω κάτι γρήγορο πριν πέσει το βράδυ.

«Βασίλη, αν θες τόσο πολύ παστίτσιο, μπορείς να το φτιάξεις κι εσύ μια φορά», απάντησα ήρεμα, αν και μέσα μου έβραζα. Εκείνος με κοίταξε με απορία, σχεδόν προσβεβλημένος. «Εγώ; Εγώ δουλεύω όλη μέρα! Δεν έχω χρόνο για τέτοια!»

Ήθελα να του φωνάξω πως κι εγώ δουλεύω όλη μέρα. Πως δεν είμαι η μάνα του, ούτε η Έλλη. Πως κουράζομαι, πως κάποιες μέρες το μόνο που θέλω είναι να ξαπλώσω στον καναπέ και να μην κάνω τίποτα. Αλλά δεν το έκανα. Αντίθετα, μάζεψα τα πιάτα και τα έβαλα στο νεροχύτη.

Το ίδιο βράδυ, ξαπλωμένη δίπλα του στο κρεβάτι, άκουγα την ανάσα του να βαραίνει καθώς κοιμόταν. Εγώ όμως δεν μπορούσα να κλείσω μάτι. Σκεφτόμουν τη μάνα μου, που μεγάλωσε τρία παιδιά μόνη της μετά τον θάνατο του πατέρα μου. Ποτέ δεν μας έλειψε το φαγητό, αλλά ποτέ δεν είχαμε και γκουρμέ γεύματα. Θυμάμαι ακόμα τη μυρωδιά από τις φακές που έβραζαν στην κατσαρόλα και το ψωμί που βουτούσαμε μέσα στη σούπα. Ήταν αρκετό τότε. Γιατί τώρα δεν είναι;

Την επόμενη μέρα στη δουλειά, η Μαρία –η συνάδελφός μου– με ρώτησε γιατί ήμουν σκεφτική. Της τα είπα όλα: για τον Βασίλη, για την Έλλη, για το πώς νιώθω ότι δεν είμαι αρκετή. Με άκουσε προσεκτικά και μετά μου είπε: «Ξέρεις τι λένε για την Έλλη; Ότι ο Γιώργος της δεν σηκώνει ούτε ποτήρι από το τραπέζι. Όλα τα κάνει μόνη της κι εκείνος όλο παράπονα. Μην νομίζεις ότι όλα είναι τέλεια στα σπίτια των άλλων.»

Γύρισα σπίτι με ανάμεικτα συναισθήματα. Ο μικρός είχε διαγώνισμα στα μαθηματικά και ήθελε βοήθεια. Ο Βασίλης είχε ήδη γυρίσει και καθόταν στον καναπέ με το κινητό στο χέρι. «Τι θα φάμε σήμερα;» ρώτησε χωρίς να σηκώσει το βλέμμα του.

«Ό,τι βρήκα στο ψυγείο», απάντησα κοφτά. Εκείνος αναστέναξε.

Το βράδυ, όταν ο μικρός κοιμήθηκε, κάθισα απέναντι από τον Βασίλη στο τραπέζι της κουζίνας. «Θέλω να σου μιλήσω», του είπα σοβαρά.

«Τι έγινε πάλι;»

«Δεν μπορώ άλλο αυτή τη σύγκριση με την Έλλη. Δεν είμαι εκείνη. Δεν θέλω να είμαι εκείνη. Κάνω ό,τι μπορώ για εμάς, αλλά νιώθω ότι τίποτα δεν είναι αρκετό.»

Με κοίταξε για πρώτη φορά πραγματικά. «Δεν ήθελα να σε πληγώσω… Απλά… Θυμάμαι τη μάνα μου που κάθε μέρα είχε κάτι διαφορετικό στο τραπέζι.»

«Η μάνα σου δεν δούλευε δέκα ώρες τη μέρα», του απάντησα ήρεμα.

Σιωπή. Για λίγο νόμιζα πως θα σηκωθεί να φύγει. Αντίθετα, έσκυψε το κεφάλι.

«Έχεις δίκιο», είπε τελικά χαμηλόφωνα.

Τις επόμενες μέρες προσπάθησε να βοηθήσει περισσότερο στο σπίτι. Άρχισε να στρώνει το τραπέζι, να πλένει τα πιάτα πού και πού – όχι πάντα, αλλά ήταν μια αρχή. Εγώ άρχισα να ψάχνω συνταγές που δεν χρειάζονται πολύ χρόνο: κοτόπουλο στο φούρνο με λαχανικά, μια γρήγορη σπανακόπιτα με έτοιμο φύλλο.

Κάποιο βράδυ χτύπησε το τηλέφωνο – ήταν η Έλλη.

«Να έρθετε αύριο για φαγητό», μας είπε χαρούμενη.

Πήγαμε όλοι μαζί. Το τραπέζι γεμάτο: γεμιστά, παστίτσιο, σαλάτες… Ο Γιώργος όμως καθόταν αμίλητος στην άκρη και κοιτούσε τηλεόραση.

Στην κουζίνα, η Έλλη με πλησίασε χαμηλόφωνα: «Μην νομίζεις ότι όλα είναι ρόδινα εδώ… Κουράζομαι πολύ. Μερικές φορές νιώθω αόρατη.»

Τη φίλησα στο μάγουλο και της χαμογέλασα με κατανόηση.

Στο δρόμο της επιστροφής ο Βασίλης με κοίταξε: «Τελικά όλοι έχουμε τα θέματά μας.»

«Ναι», του απάντησα. «Αρκεί να τα βλέπουμε και να προσπαθούμε μαζί.»

Από τότε προσπαθούμε – όχι πάντα με επιτυχία – αλλά προσπαθούμε.

Κάποιες μέρες τρώμε φακές, άλλες παραγγέλνουμε πίτσα κι άλλες μαγειρεύουμε μαζί κάτι νέο.

Αλλά αυτό που κατάλαβα είναι πως η αγάπη δεν βρίσκεται στο τέλειο τραπέζι ή στις συγκρίσεις με τους άλλους.

Βρίσκεται στις μικρές προσπάθειες της κάθε μέρας.

Άραγε πόσοι από εμάς νιώθουμε ότι δεν είμαστε αρκετοί επειδή συγκρινόμαστε συνεχώς με τους άλλους;

Εσείς τι θα κάνατε αν ήσασταν στη θέση μου;