Σκιές πάνω απ’ την Καστελλόριζο: Η ιστορία μου

— Γιατί Μαρία; Γιατί κάθε φορά το ίδιο; Με ρώτησε ο πατέρας μου με μάτια γεμάτα θυμό και απόγνωση. Το πρόσωπό του άγγιζε το σκοτάδι, τα χέρια του τρέμανε πάνω στο ξύλινο τραπέζι της κουζίνας, ενώ η μάνα μου στεκόταν πίσω του μ’ ένα νυστέρι στα χέρια, λες και μαγείρευε πάντα στις κρίσιμες στιγμές. Πόσες φορές να ακούσω ακόμα την ίδια ερώτηση; Γιατί να εξηγήσω ξανά και ξανά πως δεν νιώθω αρκετή, πως θέλω να φύγω μα η ψυχή μου φοβάται;

— Μην αρχίζετε πάλι! Όλο φωνάζετε, όλο μαλώνετε! Φώναξε ο μικρός μου αδερφός, ο Πέτρος, κι έτρεξε έξω απ’ το σπίτι αφήνοντας πίσω του τη μυρωδιά της αλμύρας και του θυμού. Εγώ έμεινα να κοιτάζω τα φθαρμένα πλακάκια.

Το Καστελλόριζο ήταν όμορφο, αλλά μικρό· όσο μικρό ήταν, τόσο μεγάλα φαίνονταν τα προβλήματα. Στο χωριό γνώριζαν τα πάντα, οι καλημέρες ήσαν φορτωμένες με περιέργεια κι οι νύχτες με μοναξιά. Η ζωή μας κυλούσε ανάμεσα σε ψίθυρους για τον θείο που πέθανε πριν τον καιρό του κι εμμονή για τους γείτονες που είχαν πάντα κάτι καλύτερο – πιο φρέσκο ψάρι, πιο γεμάτη τσέπη, λιγότερα προβλήματα στο σπίτι.

Ένα βράδυ, ο θείος μου ο Στέλιος, που γύρισε απ’ την Αθήνα με δυο βαλίτσες κι έναν αέρα πως τα ξέρει όλα, με πλησίασε στη βεράντα.
— Τι σκοπεύεις να κάνεις, Μαρία; Έχεις μέλλον εδώ;
Η ερώτησή του με πίκρανε. Φοβόμουν να παραδεχτώ πως ήθελα να φύγω, να δοκιμάσω να ζήσω, να σπουδάσω μακριά απ’ τις ρίζες μου. Πίστευα πως μόνο εδώ είχα αξία· στην πόλη ποιος θα με ήξερε; Ποιος θα με αγαπούσε;
Η φωνή της μάνας μου ακούστηκε από μέσα:
— Μην της βάζεις ιδέες! Η Μαρία δεν είναι σαν τις άλλες, πρέπει να μείνει, να φροντίζει το σπίτι!

Το ίδιο βράδυ, ακούμπησα το πρόσωπό μου στο μαξιλάρι και βούλιαξα στα δάκρυα μου. Καθώς η θύελλα έξω φούσκωνε τα κύματα, εγώ πνιγόμουν στα πρέπει των γονιών μου. Έχω, άραγε, δικαίωμα να θέλω κάτι άλλο για μένα;

Τα πρωινά στο λιμάνι έβλεπα τους ψαράδες να ξεκινούν για τη θάλασσα. Ο πατέρας ετοίμαζε τα δίχτυα, σιωπηλός, ψυχαναγκαστικός, κι εγώ, πάντα δίπλα του, σαν σκιά. Δεν μιλούσαμε πια. Ίσως γιατί ήξερε ότι ήθελα να φύγω· ίσως γιατί καμία κουβέντα δεν χωρούσε στ’ ανάμεσά μας.

Μια Κυριακή, έμαθα τυχαία πως ο ξάδερφός μου, ο Δημήτρης, είχε βγάλει εισιτήριο για τη Ρόδο. Ένιωσα, ξαφνικά, να ζηλεύω. Να ονειρεύομαι να βρίσκομαι μαζί του, μακριά, σ’ έναν τόπο που κανείς δεν με γνωρίζει, μα κανείς δεν με κρίνει. Όμως τα βράδια, όταν έβλεπα τη μάνα μου να πλένει τα πιάτα με τα χέρια καταπονημένα, ένιωθα τύψεις.
— Μα αν φύγεις, ποιος θα μείνει εδώ για μένα, Μαρία; Αυτό μου ψιθύριζε πάντα, λες και η ζωή της σταματούσε πάνω στη δική μου παρουσία.

Ένα μεσημέρι, η ένταση ξέσπασε:
— Δεν αντέχω άλλο. Θέλω να φύγω! Φώναξα και το σπίτι πάγωσε, σαν να χτύπησε η καμπάνα της εκκλησίας.
Ο πατέρας αναστέναξε, έτριψε το μέτωπό του και με κοίταξε, όχι με θυμό, αλλά με πόνο. Κι εκείνη, η μάνα μου, έγειρε το σώμα της στον τοίχο, σα να γέρασε σε μια στιγμή.
— Θα φύγεις και θα μείνουμε μόνοι; ψέλλισε. Εγώ έσφιξα τα χείλη και βγήκα έξω, αγνοώντας τον ήλιο που καιγόταν απ’ τα νεύρα.

Δύο εβδομάδες αργότερα, το πλοίο της γραμμής έδεσε στο λιμάνι. Ο Δημήτρης με κοίταξε:
— Θα ‘ρθεις;
Τα έχασα. Έπειτα από χρόνια που άκουγα “Δεν μπορείς”, “Δεν πρέπει”, μια κουβέντα μ’ έκανε να αισθανθώ ελεύθερη. Δάκρυα συγκίνησης, φόβου, αλλά και λυτρωμού.
— Ναι, θα ‘ρθω… ψιθύρισα.

Η Αθήνα ήταν ζόρικη. Τα σπίτια ψηλά, τα φώτα θολά, οι άνθρωποι τρέχανε παντού. Δούλεψα σ’ ένα καφέ, σπούδασα το βράδυ. Κάθε μέρα νοσταλγούσα τη θάλασσα. Ο Δημήτρης έφυγε γρήγορα, βρήκε καλύτερες ευκαιρίες στην επαρχία – εγώ όμως ήθελα να μείνω.
Οι δυσκολίες πολλές: το νοίκι ακριβό, η μοναξιά χειρότερη, οι φίλοι λίγοι. Κάθε τόσο η μάνα μου με περνούσε τηλέφωνο:
— Καλά είσαι παιδάκι μου; Τι τρως εκεί πέρα μονίμως; Δεν ήξερε πως κι αν έπαιρνα ψωμί και φέτα ένιωθα πλούσια, γιατί επέλεγα η ίδια το φαγητό μου.

Δύο χρόνια κράτησε η απόσταση. Κάθε γιορτή κι ένα μαχαίρωμα στην καρδιά: “Που να ‘σουν εδώ, να μαγειρεύαμε μαζί…”. Δυο Χριστούγεννα χωριστά, δυο Πάσχα μοναχικά. Για κάποιο διάστημα σκέφτηκα να τα παρατήσω. Τι νόημα είχαν όλα ετούτα μακριά από την οικογένεια;
Μέχρι που μια μέρα, βρήκα τη δουλειά που πάντα ήθελα – σε ένα σχολείο, δασκάλα στα παιδιά των μεταναστών. Εκεί, ανάμεσα σε μικρά γελαστά πρόσωπα, άρχισα να βρίσκω κομμάτια του εαυτού μου. Έβλεπα στα μάτια τους την ίδια αγωνία που είχα εγώ όταν πρωτοήρθα: πώς θα αντέξω;
Οι ιστορίες τους μ’ έκαναν να νιώθω ευγνωμοσύνη για τα δικά μου βάσανα, όσο ανυπέρβλητα και να φαίνονταν τότε. Μιλούσαμε συχνά για τις πατρίδες τους – κι εγώ πάντα για το Καστελλόριζο, τη μάνα, τον πατέρα.

Τότε συνέβη κάτι που δέν είχα φανταστεί. Ένα βράδυ, έκλεισε το κινητό. Η μάνα μου δεν απαντούσε στις κλήσεις. Φοβήθηκα. Ταράχτηκα. Ο πατέρας μου μ’ ενημέρωσε: “Η μάνα σου στο νοσοκομείο, Μαρία”.
Ο κόσμος μου γκρεμίστηκε. Η Αθήνα μίκρυνε, έγινε κελί. Δεν ήξερα τι να κάνω, με τα εισιτήρια να έχουν όλα κλείσει για βδομάδες. Ένιωθα τύψη – πώς έφυγα έτσι; Πώς άφησα εκείνη που είχε ανάγκη;

Τελικά γύρισα. Όταν περπάτησα ξανά στο σοκάκι του νησιού, όλα φάνταζαν μικρότερα. Η μάνα μου μέσα στο δωμάτιο κάτασπρη, τα μάτια της γυάλινα.
— Γύρισες… είπε και δάκρυσε.
— Δεν έφυγα ποτέ, είπα ψέματα, γιατί η καρδιά μου ήταν πάντα εδώ.

Έμεινα εβδομάδες κοντά της. Ήμασταν πάλι όλοι μαζί – η οικογένεια, με όλες τις πληγές της. Εκείνη ανάρρωσε οριακά, αλλά τίποτα δεν ήταν ίδιο. Το βλέμμα της πνιγμένο στην ενοχή, ο πατέρας πιο σιωπηλός από ποτέ, ο Πέτρος μεθυσμένος απ’ τα αδιέξοδα του νησιού.
— Μη νομίζεις ότι είναι εύκολο κι εδώ, μου είπε ένα βράδυ. Εσύ τουλάχιστον τόλμησες. Εγώ φοβάμαι.

Έπρεπε να διαλέξω. Θα έμενα για να τους βοηθήσω; Ή θα έφευγα ξανά, αποδεχόμενη τις τύψεις μου;
Γύρισα στην Αθήνα. Αυτή τη φορά το αποχαιρετιστήριο αντίο ήταν σιωπηλό, βαρύ, χωρίς φωνές. Η μητέρα μου μόνο με χάιδεψε στο μάγουλο:
— Ό,τι κι αν γίνει, να θυμάσαι πως εδώ είναι το λιμάνι σου.

Σήμερα, τόσα χρόνια μετά, δουλεύω δασκάλα. Στο σπίτι μου, στην Κυψέλη, ακούω τα πρωινά τα παιδιά να γελάνε στην αυλή. Οι ενοχές δεν πέρασαν – κάθε φορά που βλέπω τα πλοία για τα νησιά αναρωτιέμαι αν έκανα καλά. Άξιζε; Έγινε λιγότερο εγωίστρια η καρδιά μου στο τέλος;

Κάποιες φορές η αλμύρα φτάνει ως εδώ, με τον άνεμο. Σκέφτομαι τη μάνα μου, τον πατέρα μου που τώρα πια δεν είναι στην ζωή, τον Πέτρο, τον κόσμο στο νησί που ίσως ακόμα κουτσομπολεύει τη Μαρία που «φεύγει». Σκέφτομαι τους λόγους που λίγο-λίγο έμαθα να προχωράω μπροστά. Κι αναρωτιέμαι:

Άραγε, όλοι οι δρόμοι μας γυρνάνε εκεί απ’ όπου ξεκινήσαμε ή τελικά φτιάχνουμε μόνοι μας το λιμάνι που έχουμε ανάγκη; Τι σημαίνει δίκαιο, τι σημαίνει οικογένεια – και ποιος αποφασίζει πότε έφτασε η ώρα να φύγεις;