Ανάμεσα στην Αγάπη και την Περηφάνια: Ο Αγώνας του Παππού για την Εγγονή του, Ελεάνα

«Για ποιο λόγο το κάνεις αυτό, Βενιαμίν;»

Η φωνή μου έτρεμε όταν στάθηκα μπροστά στην ανοιχτή πόρτα του σπιτιού – το βλέμμα του γιου μου, σκληρό, αποφασισμένο, δεν άφηνε περιθώρια. Πίσω του, η μικρή Ελεάνα κρατούσε το λούτρινο αρκουδάκι της, τα ματάκια της φλογισμένα από τα δάκρυα. Ακόμη θυμάμαι τη λαχτάρα στο στήθος της, το ίδιο βλέμμα που είχε κι η κόρη μου, η Αθηνά, όταν ήταν μικρή.

«Δεν μπορείς να καταλάβεις, πατέρα. Δεν αντέχω άλλο μες σε τούτο το σπίτι. Ούτε για την Ελεάνα είναι καλό να μεγαλώνει μ’ εσένα, με όλη αυτή την καταπίεση!»

Ένα κόμπος μου έπνιγε το λαιμό. Πώς ήμουν τόσο τυφλός να μη δω αυτά τα σύννεφα να μαζεύονται; Μήπως η αυστηρότητά μου λύγιζε την αγάπη του παιδιού μου; Πάντα πίστευα πως αν ήμουν σκληρός, θα προστάτευα την οικογένειά μου από τα λάθη, από τον έξω κόσμο.

«Εγώ μεγάλωσα παιδιά και ξέρω…» είπα, αφήνοντάς το να αιωρείται, ελπίζοντας σ’ ένα ψήγμα συγχώρεσης. Ο Βενιαμίν με απέφυγε, μάζεψε την τσάντα της μικρής και την άρπαξε απαλά από το χέρι.

«Μπαμπά, θα ξαναγυρίσω;» ψιθύρισε η Ελεάνα, με τα μαλλιά της ακατάστατα και τα μάτια να τρέχουν ποτάμι.

Έσκυψα, της φίλησα το μέτωπο. «Φυσικά, αγάπη μου. Όποτε χρειαστείς τον παππού, θα είμαι εδώ.» Δεν ήξερα τότε πόσο ψέμα ή ελπίδα έκλειναν αυτά τα λόγια.

Όταν έκλεισε η πόρτα, τα πάντα σκοτείνιασαν. Η γυναίκα μου, η Σμαρώ, σιωπηλή στη γωνιά, μάζευε τα παιχνίδια της Ελεάνας, χαϊδεύοντας τα απαλά, σαν να χάιδευε ακόμα το ίδιο το παιδί. Κι εγώ; Έμεινα να κοιτάζω το παλιό τηλέφωνο, προσδοκώντας να χτυπήσει, να πάρω πίσω μια ζωούλα γέλιου μέσα στο άδειο πια σπίτι.

Οι μέρες κύλησαν αργά, βαριές σαν πέτρες. Στην πλατεία, ο κόσμος μιλούσε, ψιθύριζε. «Ο γιος του Γιωργή έφυγε, πήρε και το παιδί…» Κανείς δεν ήξερε, κανείς δε ρωτούσε στα αλήθεια. Μόνο τις νύχτες, όταν έμενα μόνος με τις σκέψεις μου, η ενοχή φούσκωνε – μήπως το παράκανα με την αυστηρότητα, τα λόγια; Μήπως ο Βενιαμίν είχε δίκιο; Η Ελεάνα μεγάλωνε σε έναν κόσμο που άλλαζε γρήγορα και εγώ δεν προλάβαινα ούτε τα βήματά μου να σκεφτώ.

Κάθε μήνυμα, κάθε φωτογραφία της που ανέβαζε ο Βενιαμίν στο facebook, χτύπημα στην καρδιά. Η μικρή στην παιδική χαρά, περπατάει πρώτη φορά χωρίς χέρι να την κρατήσω, χαμογελάει αλλά εμένα μου λείπει το γέλιο της μέσα στο παλιό μας σπίτι. Μια φορά, σε κάποιο σχόλιο κάτω από την φωτογραφία, τόλμησα να γράψω «Πόσο σου λείπει ο παππούς, αστέρι μου!». Ο Βενιαμίν δεν μου απάντησε ποτέ. Λίγο αργότερα, το προφίλ του με είχε μπλοκάρει.

Όλα έγιναν χειρότερα όταν πέθανε ο αδερφός μου, ο Μανώλης. Στο τρισάγιο, είπαν πως η οικογένεια πρέπει να στέκεται ενωμένη, κι εγώ δοκίμασα να καλέσω τον Βενιαμίν. «Το κάνω για την Ελεάνα» σκέφτηκα. Όμως η γραμμή ήταν νεκρή. Ένιωσα εκείνη τη μοναξιά να μου σπάει τα γόνατα. Το βράδυ, κοιμόμουν και ξυπνούσα λέγοντας το όνομά της.

Ένα απόγευμα, τότε που τα πρώτα χελιδόνια βγήκαν πάνω από τα κεραμίδια, ο γείτονας, ο κυρ-Θανάσης, με είδε να στέκομαι στην αυλή.

«Γιώργο, τα παιδιά είναι για να φεύγουν. Να κάνουν τα δικά τους λάθη, όχι να κουβαλάνε μόνο τα δικά μας.»

Δεν απάντησα. Καιγόμουν να δω την Ελεάνα. Ήθελα να της πω για την πρώτη μου πορεία, για τον παλιό ελαιώνα που μου άφησε ο πατέρας μου. Ήθελα να της μάθω να αγαπά την πατρίδα, το χώμα, τα τραγούδια, όπως μου τα έμαθαν. Ήθελα… Και μόνο το ήθελα πια.

Έφτασε το καλοκαίρι, και με έτρωγε να τη βρω. Με τα όλα τα λεφτά που είχα στην άκρη, έβαλα βενζίνη στ’ αμάξι και ξεκίνησα για το Κερατσίνι, εκεί που ήξερα πως νοίκιαζε σπίτι ο Βενιαμίν. Στην εξώπορτα, δισταγμός. Χτύπησα το κουδούνι. Η πόρτα άνοιξε μισόκλειστα.

«Τι θες, πατέρα;»

Κρύβοντας την ελπίδα μου, ψιθύρισα: «Θέλω να δω την Ελεάνα. Μπορώ να της φέρω τις ελιές που μάζεψε η γιαγιά της;»

Δισταγμός. Με κοίταξε σαν ξένος. Ήξερα πως σε μια στιγμή θα κριθούν όλα – ή θα με άφηνε να ξαναμπώ στη ζωή τους, ή θα με άφηνε έξω, για πάντα.

«Έλα, αλλά για λίγο. Μην της μιλήσεις για το χωριό.»

Η Ελεάνα ήρθε τρέχοντας, άνοιξε τα χέρια σαν αγκαλιά στη θάλασσα. Ο χρόνος κόπηκε. Πνίγηκα στα δάκρυά μου.

«Παππού! Μου έλειψες τόσο!»

Έπιασε τα χέρια μου και τα φίλησε. Όταν της έδωσα τις ελιές, τα μάτια της φωτίστηκαν. «Όταν μεγαλώσω, θα έρθω πάλι στο χωριό να τις μαζέψουμε μαζί;» ρώτησε. Με κοίταξε επίμονα, περιμένοντας απάντηση. Εκείνη τη στιγμή κατάλαβα πως το να αγαπάς αληθινά, δεν σημαίνει να κρατάς σφιχτά. Μερικές φορές πρέπει να αφήσεις, να μάθεις να συγχωρείς και να διεκδικείς μόνο ό,τι αντέχει η αγάπη σου να κουβαλήσει.

Λίγα λεπτά μετά, ο Βενιαμίν με αποχαιρέτησε ψυχρά. Στο δρόμο της επιστροφής, έσπαγα το κεφάλι μου. Ήταν λάθος να θέλω για εκείνη μια «ευτυχία» όπως την καταλαβαίνω εγώ; Της έκλεισα την πόρτα ή απλά δεν ήξερα πώς να της τη δείξω;

Τώρα, κάθε μέρα, σκέφτομαι αν θα καταφέρω ποτέ ξανά να γελάσω με την ίδια εκείνη ζωντάνια. Αν ο Βενιαμίν απαλύνει ποτέ την πίκρα του και μου αφήσει ένα παράθυρο μικρό, απλώς για να κρατήσω το χεράκι της Ελεάνας και να της πω «Εδώ, κορίτσι μου, εδώ ανήκεις»…

Αλήθεια, υπάρχει ποιο ισχυρό δεσμό από της οικογένειας; Ή μήπως ο εγωισμός και η περηφάνια μας κόβουν τις γέφυρες για πάντα; Θα αφήνατε ποτέ το χέρι ενός αγαπημένου σας για κάποιο λάθος;