Κανείς δεν άντεξε με τη νέα σύζυγο του εκατομμυριούχου – μέχρι που εμφανίστηκε μια καμαριέρα. Η δική μου ιστορία εκδίκησης, μυστικών και επιβίωσης.

«Θες να μου πεις ότι πάλι έχυσες καφέ στο χαλί; Είσαι άχρηστη!», ούρλιαξε η κυρία Ελένη, πριν προλάβω καν να δω το σημάδι που άφησε η ζεστή σταγόνα πάνω στη ροζ βελούδα. Το χέρι της ήρθε με δύναμη. Ο ήχος της παλάμης της ακόμα αντηχεί στ’ αυτιά μου. Δημοσθένης κι ο Θάνος, οι άλλοι υπηρέτες, απέστρεψαν το βλέμμα – κανείς ποτέ δεν αντιδρούσε όταν αυτή θύμωνε. Όλοι γνώριζαν πως η ζωή στο σπίτι του Δημήτρη Χριστοφόρου, του πλουσιότερου επιχειρηματία στο Πόρτο Ράφτη, ήταν κόλαση. Πιο πολύ όμως φοβόντουσαν τη νέα του γυναίκα.

Ήρθα σ’ αυτό το σπίτι με βαριά καρδιά, φορώντας μια στολή που μου κάθισε περίεργα – σαν να μην ανήκα εδώ, σαν να μην είμαι η Σοφία που ήξερα τόσα χρόνια, αλλά κάποια άλλη… Κι ας το ήξερα: δεν θα ήταν εύκολο. Η μάνα μου είχε δουλέψει παλιά στους Χριστοφόρου, τότε που όλα ήταν αλλιώς, κι εγώ ήθελα διακαώς να μάθω τι πραγματικά συνέβη εκείνο το βράδυ που έχει στοιχειώσει την οικογένειά μου.

Η Ελένη, αυτή η γυναίκα, μπήκε στη ζωή του κυρίου Δημήτρη σαν καταιγίδα. Τον γνώρισε σε μια δεξίωση, λίγο καιρό αφότου χάθηκε μυστηριωδώς η πρώτη του σύζυγος. Όλοι κουτσομπόλευαν πως εκείνη δεν άντεξε τα καπρίτσια του ή πως ίσως η Ελένη έκρυβε κάτι πιο σκοτεινό. Όποια κι αν ήταν η αλήθεια, οι καμαριέρες άλλαζαν σαν τα πουκάμισα – καμία δεν άντεχε τις φωνές, τα ξεσπάσματα, τις προσβολές.

«Γιατί μένεις;» με ρώτησε μια βραδιά ο Θάνος καθώς σιδέρωνα τα σεντόνια. «Ξέρω πως κάτι κρύβεις. Εδώ κανένας δεν αντέχει τόσο πολύ. Εσύ όμως… Τι ψάχνεις;»

Το βλέμμα του καρφωμένο πάνω μου. Σιώπησα, έκανα τάχα πως κάτι απορροφητικό με απασχολεί. Αν ήξερε πως έψαχνα απαντήσεις για το παρελθόν της οικογένειάς μου, θα με κάρφωνε στην κυρία. Αλλά εγώ είχα να εκπληρώσω έναν όρκο: να ξεσκεπάσω τι πραγματικά έγινε με τη μάνα μου.

Οι μέρες περνούσαν. Η Ελένη με καταδίωκε για το παραμικρό. «Θέλω να βλέπω το πρόσωπό σου κάθε φορά που μπαίνω στο σαλόνι! Και να μάθεις, όταν μιλάω εγώ, ΕΣΥ σωπαίνεις!» φώναξε ένα απόγευμα που είχα αργήσει ένα λεπτό να της σερβίρω κονιάκ. Σαν να της άρεσε να με ταπεινώνει, σαν να αντλούσε δύναμη από τον φόβο μου.

Τα βράδια, όταν όλοι κοιμόντουσαν, σύχναζα στην παλιά αποθήκη πίσω από το σπίτι, εκεί όπου κάποτε η μάνα μου είχε το μικρό της δωμάτιο. Μια νύχτα, ανακάλυψα τυχαία κάτω από μια σπασμένη σανίδα ένα γράμμα μισοκαμένο, με γραμμένη πάνω μια φράση: «Ξέρει. Πρόσεξε τι κάνεις…» Τα γράμματα ήταν γραμμένα βιαστικά, αλλά αναγνώρισα τη γραφή της μάνας. Μια ανατριχίλα διαπέρασε την πλάτη μου. Τι ήξερε; Ποιον προειδοποιούσε;

Σιγά σιγά, άρχισα να καταλαβαίνω πως το σπίτι αυτό κρύβει περισσότερα από φωνές κι αλαζονεία. Τα βράδια ακούγονταν θόρυβοι από το γραφείο του κυρίου Δημήτρη. Μια φορά, άκουσα κάτι σαν κλάμα – μα μόλις πλησίασα, σίγασε απότομα. Κατέγραφα τα πάντα νοερά.

Ώσπου ήρθε η μέρα που η Ελένη έχασε κάθε έλεγχο. Έριξα κατά λάθος μια γυάλινη καράφα στο πάτωμα και έγινε θρύψαλα. Ο Δημήτρης έτυχε να είναι παρών. «ΤΙ ΕΓΙΝΕ ΕΔΩ;» φώναξε. «Η ανικανότητα αυτής της κοπέλας, αυτό έγινε!» είπε η Ελένη σηκώνοντας το χέρι της ξανά – μα αυτή τη φορά, ο Δημήτρης την άρπαξε. «Έχω βαρεθεί τις φωνές σου! Μήπως φταις εσύ που κανείς δεν θέλει να μείνει εδώ;»

Εκείνη έτρεμε από τα νεύρα της. Ήταν η πρώτη φορά που την είδα να φοβάται. Αργότερα εκείνο το βράδυ, άκουσα να μιλούν ψιθυριστά στο γραφείο. Κρυμμένη έξω από την πόρτα, άκουσα κάτι που πάγωσε το αίμα μου:

«Αν βγει έξω αυτό που έκανες… θα μπλέξουν όλοι!»
«Απειλείς εμένα; Χωρίς εμένα δεν θα είχες τίποτα!»

Έφυγα τρέχοντας πριν με καταλάβουν. Εκείνο το ξημέρωμα δε μπόρεσα να κοιμηθώ από την ταραχή. Η μάνα μου… μήπως ανακάλυψε αυτό που τόσο προσπαθεί να κρύψει η Ελένη;

Τις επόμενες μέρες, η Ελένη έγινε χειρότερη. Ούρλιαζε, απειλούσε, είχε αρχίσει να δείχνει φόβο στα μάτια της. Κάποιο βράδυ, μπήκα στο δωμάτιό της με τον δίσκο του δείπνου και την βρήκα να κλαίει.

«Τι θες;» απαίτησε.

«Να σας ακούσω», είπα.

Για πρώτη φορά είδα ένα ράγισμα στην ασπίδα της. «Δεν καταλαβαίνεις… όλοι είναι εναντίον μου σε αυτό το σπίτι! Νομίζουν πως εγώ φταίω για όλα…»

Ήρθε και κάθισε απέναντί μου. Κοιτάξαμε η μία την άλλη μακρόσυρτα. Για ένα λεπτό πίστεψα ότι θα μου αποκαλύψει όλη την αλήθεια. «Μήπως… φοβάστε κάτι;» ρώτησα με τρεμάμενη φωνή.

Δεν απάντησε. Μόνο σκούπισε τα δάκρυά της και διέταξε:

«Φύγε!»

Το επόμενο πρωί, βρίσκω μια φωτογραφία κομμένη στα δύο. Από τη μία, η μητέρα μου – νέα, χαμογελαστή. Από την άλλη, η Ελένη, ντυμένη με απλά ρούχα, όχι όπως τώρα. Δεν υπήρχε αμφιβολία: Γνώριζε τη μάνα μου από παλιά. Μα γιατί ποτέ δεν το ανέφερε;

Άρχισα να ψάχνω τα αρχεία, τους φακέλους του σπιτιού. Ο Θάνος με βοήθησε – πλέον είχε καταλάβει πόσο σοβαρό ήταν. Κρυφά, βρήκαμε ένα κουτί γεμάτο γράμματα μεταξύ της μάνας μου και του κυρίου Δημήτρη. Η μάνα μου τον είχε προειδοποιήσει χρόνια πριν για την Ελένη, πως είχε απειλήσει τη ζωή της. Σε ένα από τα γράμματα, έγραφε:

«Αν πάθω κάτι, θα ξέρεις ποια φταίει. Και θα σ’ εκδικηθώ με όποιον τρόπο μπορώ.»

Η καρδιά μου σφίχτηκε. Πήγα στον Δημήτρη και του τα έδειξα όλα, ακόμα κι αν ήξερα ότι θα με διώξει γι’ αυτό. Εκείνος, μόλις διάβασε τα γράμματα, κατέρρευσε. Μια βδομάδα μετά, η Ελένη εξαφανίστηκε. Φήμες λένε πως έφυγε νύχτα για το εξωτερικό. Ο Δημήτρης απέλυσε όλο το προσωπικό και πουλήθηκε το σπίτι.

Έμεινα μόνη, με μια αίσθηση δικαίωσης αλλά κι άδειασμα. Η μάνα μου… Ίσως ποτέ δεν αποκαλυφθεί τι ακριβώς της συνέβη. Μα τουλάχιστον την εκδικήθηκα. Μήπως όμως άξιζε παραπάνω ο αγώνας μου; Ή έχασα πάρα πολλά στον δρόμο;

Αναρωτιέμαι: υπάρχει άραγε δικαιοσύνη ή απλώς μια εναλλαγή από μυστικά και πόνο σε κάθε οικογένεια; Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου;