Είχα το δικαίωμα να στερήσω τα εγγόνια από τον παππού τους; Ο αγώνας μου για την ασφάλεια των παιδιών μου μετά το θάνατο της γυναίκας μου
«Όχι, Στέφανε! Δεν θα επιτρέψω ποτέ να μπεις ξανά στο σπίτι μου! Τελείωσε!» φώναξα πιο δυνατά απ’ ό,τι σχεδίαζα, η φωνή μου γεμάτη πόνο και θυμό. Ο Στέφανος, ο πατέρας της Μαρίας, κοίταξε προς τα κάτω, τα μάτια του υγρά, πάλι με εκείνη την σιωπηλή θλίψη που κουβαλούσε πάντα μέσα του. Ο αέρας στο διάδρομο ανάμεσα στην κουζίνα και το μικρό σαλόνι μας ήταν βαρύς σαν μολύβι. Τα αγόρια μου κλείστηκαν στο δωμάτιό τους, όπως κάθε φορά που ίσως έβγαινα εκτός ελέγχου. «Δημήτρη, είναι τα μόνα μου εγγόνια. Μην με τιμωρείς άλλο!» ψιθύρισε. Καμία απάντηση δεν φαινόταν αρκετή.
Με λένε Δημήτρη. Δεν θα ξεχάσω ποτέ εκείνη την παγωμένη μέρα του χειμώνα όταν η Μαρία δεν ξύπνησε το πρωί. Ήταν τόσο ξαφνικό. Η ζωή μου μονοκόμματα άλλαξε, και βρέθηκα μόνος με δύο μικρά αγόρια, τον Γιώργο και τον Νικόλα, τον έναν στην αρχή του δημοτικού και τον άλλο ακόμα στον παιδικό σταθμό. Στην αρχή, όλοι βοηθούσαν όπως μπορούσαν: η θεία Κατερίνα, η εξαδέλφη από το Χαλάνδρι, ακόμη και ο Στέφανος, παρά το παρελθόν που όλοι μας βάραινε σαν πέτρα.
Δεν ήμουν ποτέ κοντά στον Στέφανο. Ήξερα την ιστορία του: τα χρόνια στη φυλακή για κάτι που ακόμη διέφευγε από τα κουτσομπολιά – κάποια «κακή παρέα, μια κακή στιγμή», όπως μου έλεγε η Μαρία επίμονα, πριν παντρευτούμε. Εγώ έβλεπα το σκληρό του βλέμμα, τη νευρικότητα στο σώμα του, την αγωνία κάθε φορά που έμενε μόνος με τα παιδιά. Η Μαρία ήταν πάντα η ειρηνοποιός, ο συνδετικός κρίκος – η χαμένη μας γέφυρα.
Μετά το μνημόσυνο, όλοι εξαφανίστηκαν. Έμεινα ακόμη πιο μόνος. Ο Στέφανος όμως ερχόταν, ζητούσε να δει τα παιδιά. Έφερνε μικρά δώρα, κομποσκοίνια από την Παναγία της Τήνου, έναν παλιό δίσκο του Χατζιδάκι, σοκολάτες δήθεν μόνο για τον Νικόλα που ήξερε πως λάτρευε τη γεύση με φουντούκι. Μα κάθε φορά που κοίταζα τα αφτιά του, έβλεπα εκείνη τη βαθιά πληγή που κουβαλούσε, τα χρόνια της φυλακής γραμμένα πάνω στα τατουάζ του. Οι ανασφάλειες μου γιγαντώνονταν. Έβαζα τα παιδιά για ύπνο και τα έβρισκα να ψιθυρίζουν ότι «ο παππούς είπε να μην λένε τι τους χάρισε». Τριγυρνούσα τα βράδια με τις σκέψεις μου. Κάθε φόβος της γυναίκας μου για τον πατέρα της έπαιρνε ξανά σάρκα και οστά.
Οικογενειακά τραπέζια δεν υπήρχαν πια – μόνο δημόσιες εντάσεις. Η αδερφή της Μαρίας, η Σοφία, μου μιλούσε με φαρμάκι στα μάτια: «Είσαι μικρόψυχος. Πώς θα αντέξεις να αρνηθείς έναν γέρο τα παιδιά του παιδιού του;» Μα εγώ άκουγα κάτι άλλο – έβλεπα εκείνους τους εφιάλτες που διηγούταν η Μαρία αργά τα βράδια, όταν έκλαιγε στην αγκαλιά μου για τα παιδικά της χρόνια, για τις βίαιες φωνές στο σπίτι, τους σπασμένους καθρέφτες και τον φόβο της για το σκοτάδι.
Δεν ήταν εύκολη η απόφαση. Προσπάθησα, αλήθεια προσπάθησα. Οι ψυχολόγοι του σχολείου έλεγαν πως κι εκείνοι χρειάζονταν το δέσιμο με τον παππού – να θυμούνται κάτι από τη μητέρα τους. Ένιωθα να μαδάνε τα λόγια μου, η ευθύνη βουνό. Όμως το παρελθόν δεν αφήνει το παρόν να έχει καθαρή συνείδηση. Τη μέρα που μάζεψα τα παιδικά παιχνίδια από το σπίτι του Στέφανου –όταν τους άφησα ένα Σάββατο και γύρισα να βρω τον Νικόλα να κλαίει γιατί μάλωσε με τον παππού για μια ασήμαντη κουβέντα– αποφάσισα. Δεν θα τα άφηνα άλλο μόνα μαζί του. Τον πήρα τηλέφωνο: «Στέφανε, τέλειωσε. Τα παιδιά δεν θα έρθουν ξανά». Η φωνή του έτρεμε, μα προσποιήθηκα πως δεν άκουσα.
Στάθηκα απέναντι σε όλους. Η Σοφία έστειλε το Χριστουγεννιάτικο δώρο πίσω. Παλιό οινόπνευμα η μυρωδιά της αγάπης. Η πεθερά μου σταμάτησε να μου μιλά. Με έλουζε ένα μίσος καθημερινό, έσβηνα φωτογραφίες από παλιές εκδρομές για να μη θυμούνται τα παιδιά πού πήγαν μαζί του. Κάθε φορά όμως που κοίταζα τα αγόρια μου να κάθονται σιωπηλά στο τραπέζι, ήξερα πως τους στέρησα ένα κομμάτι του παρελθόντος τους. Ο Γιώργος ρώτησε ξαφνικά: «Ο παππούς φταίει που πέθανε η μαμά;». Τι να απαντήσω; Έλεγα δικαιολογίες, μιλούσα για ευτυχία και οικογένεια, μα μέσα μου ήξερα πως τους έκρυβα την αληθινή πληγή – την ανάγκη να τους προστατέψω, ακόμη κι αν αυτό σημαίνει μοναξιά για όλους μας.
Σταδιακά η ζωή μας στρώθηκε σε νέες ράγες. Ο Γιώργος άρχισε να ζωγραφίζει τον παππού μόνο πουθενά – μόνο τη μαμά, μόνο εμένα και τον αδερφό του. Ο Νικόλας σταμάτησε να ζητά τα σοκολατάκια. Αλλά η ερώτηση έγινε ανάγκη μέσα μου: μήπως γίνομαι εγώ σκληρός; Μήπως η αγάπη για τα παιδιά μου, ο φόβος μου να τα πληγώσει κάποιος –ένας άντρας που δεν ξέρω αν έχει αλλάξει– τα κάνει δυστυχισμένα, πιο πολύ απ’ όσο το παρελθόν;
Πλήρωσα το τίμημα; Φόρτωσα άδικα μια καρδιά γέρικη με πίκρα, στερώντας ανεπανόρθωτα τα δικά μου παιδιά από ίχνη αγάπης; Η Μαρία άραγε, αν με έβλεπε από κάπου, θα έλεγε πως τα κατάφερα ή θα κούναγε αποδοκιμαστικά το κεφάλι; Ήταν καλύτερα έτσι;
Καμιά φορά, όταν έρχονται βράδια μοναξιάς και ο ύπνος δεν πιάνει, αναρωτιέμαι: τα παιδιά μου χρειάζονται προστασία ή ανθρώπινη επαφή; Έχασα το σημαντικότερο προσπαθώντας να τα φυλάξω; Τι θα κάνατε εσείς στη θέση μου;