Παιδιά και εγγόνια με ξέχασαν – Δεν πίστευα ποτέ πως θα γεράσω μόνη μου

«Δεν μπορεί να είναι πάλι τέσσερις το απόγευμα και να μην με έχει πάρει κανείς τηλέφωνο…» ψιθυρίζω, με το βλέμμα καρφωμένο στο ακουστικό του σταθερού που βρίσκεται δίπλα στην παλιά πολυθρόνα, αυτή τη φθαρμένη με το κατεστραμμένο μπράτσο από τη δεκαετία του ’80. Η φωνή μου δεν ακούγεται παρά μόνο στους τέσσερις τοίχους του σπιτιού μου, που κάποτε αντηχούσε φωνές και γέλια: του Σταύρου και της Μαρίας, των παιδιών μου. Και έπειτα, χρόνια αργότερα, τις φωνές των εγγονιών μου, τον χαρούμενο θόρυβο των παιχνιδιών τους τα Σάββατα που μαζευόταν όλη η οικογένεια εδώ.

Τώρα το μόνο που ακούγεται είναι το τικ τακ του παλιού ρολογιού στον τοίχο και τα βήματά μου πηγαινοέρχονται από την κουζίνα στο σαλόνι — σαν να περιμένω κάποιον, χωρίς ποτέ να έρχεται. Πόσες φορές μπορεί να φέρνει κανείς γύρω-γύρω τα ίδια δωμάτια; Πόσα φλιτζάνια τσάι να πιει μέχρι να ξεχάσει την πίκρα;

Κι όταν τελικά το τηλέφωνο χτύπησε — δύο, τρεις φορές μόνο και μετά σταμάτησε — έτρεξα σαστισμένη, λες κι ένα λεπτό αργοπορίας θα έκανε τη διαφορά. Αλλά ήταν διαφήμιση, μια γυναίκα με ξένο τόνο ζητούσε να μου κάνει μια προσφορά για αλλαγή ρεύματος. Κούνησα το κεφάλι γεμάτη απογοήτευση, αλλά δεν το έκλεισα αμέσως. Ίσως, είπα από μέσα μου, μόνο για να ακούσω μια ανθρώπινη φωνή. Χαμογέλασα πικρά.

Σάββατο απόγευμα. Ημέρα που κάποτε η Μαρία ερχόταν με τα παιδιά και έστελνε τον Δημήτρη, τον άντρα της, να φέρει από το ζαχαροπλαστείο τα αγαπημένα μου γαλακτομπούρεκα. Ένα κουτί που πάντα τσαλακωνόταν από τα μικρά χεράκια των διδύμων τους, του Γιάννη και της Δήμητρας. Θυμάμαι τη μυρωδιά που πλημμύριζε την κουζίνα, τον ήχο από τα κουταλάκια, τις φωνές τους: «Γιαγιά! Γιαγιά!» να με περικυκλώνουν και να γελάνε για το ποιος θα πάρει το μεγαλύτερο κομμάτι.

Πόσο αλλιώτικα έχουν γίνει όλα…

Την τελευταία φορά που τους είδα από κοντά ήταν τα Χριστούγεννα. Ήρθαν βιαστικοί. Μια ώρα και κάτι. «Πρέπει να προλάβουμε και την πεθερά του Δημήτρη», μου είπε η Μαρία, και εννοούσε φυσικά το φαγητό που θα έπρεπε να φάνε κι εκεί. Κανείς δεν με ρώτησε αν μπορούσα να μείνω μόνη μετά από τόσο καιρό, έτσι απλά περίμεναν να χαμογελάσω. Προσπάθησα. Ο Σταύρος, ο γιος μου, έχει μετακομίσει στο Κηφισιά. Μόνο SMS στέλνει πια, άντε και καμιά φορά αν τσακίσει το κινητό στα γρήγορα λέει: «Όλα εντάξει, μαμά. Εσύ;». Αυτό είναι το «νοιάζομαι» στην εποχή μας;

Και τελευταία άρχισε να μου λείπει απελπιστικά η ανθρώπινη ζεστασιά. Το σούρουπο έλεγα να βγω για περπάτημα στη γειτονιά, αλλά κάθε φορά έβρισκα μια δικαιολογία: «Είναι πολλά τα σκαλιά στο πεζοδρόμιο», «Έκανε υγρασία», «Γλίστρησε ο δρόμος». Πιο πολύ φοβόμουν τα αδιάφορα βλέμματα. Να περνώ δίπλα από μητέρες με παιδάκια και να δείχνω σαν περίσσευμα του κόσμου, κάποια που ’χει ξεχαστεί.

Ώσπου ένα μεσημέρι ήρθε στο κουδούνι η κυρία Ελένη από την απέναντι πολυκατοικία. «Κυρία Ρεβέκκα, πώς είστε; Καιρό έχουμε να σας δούμε», είπε, χτυπώντας διακριτικά την πόρτα. Μπήκε μέσα κουβαλώντας μια γλάστρα, «σας φέραμε μπαζίλια από τον κήπο, θα σας φτιάξω κι ένα μαμαδίσιο γεμιστό σήμερα να πάρετε το μυαλό σας από τα δύσκολα». Δεν ήξερα τι να πω. Η ζεστασιά της μου ήταν σχεδόν αφόρητη, τόσο είχα συνηθίσει την απομόνωση.

Καθίσαμε στην κουζίνα, πίναμε τσάι, κι άρχισα να ανοίγομαι. «Τα παιδιά… δεν ξέρω… σαν να έχουν ξεχάσει ότι υπάρχω», ξεστόμισα για πρώτη φορά με δάκρυα στα μάτια. Η Ελένη με έπιασε απαλά από το χέρι. «Δεν φταις εσύ, Ρεβέκκα μου. Αλλά μην μένεις έτσι. Έλα, έχουμε έναν όμιλο στη γειτονιά. Γυναίκες της ηλικίας μας. Βγαίνουμε, πίνουμε καφέ, κάνουμε εκδρομές. Έλα αύριο να γνωρίσεις τα κορίτσια». Ήταν η πρώτη φορά εδώ και καιρό που μια ελπίδα φώτισε την καρδιά μου.

Το βράδυ στο κρεβάτι γύριζα ξανά και ξανά αυτές τις κουβέντες. Η φωνή του άντρα μου, του Νικόλα, αντηχούσε απ’ το παρελθόν: «Μην στηρίζεσαι τόσο στα παιδιά, Ρεβέκκα. Ας ανοίγουμε κι εμείς πολυπαράθυρα στη ζωή». Τότε θύμωνα. Τώρα κατάλαβα τι εννοούσε.

Έτσι το επόμενο απόγευμα πήγα. Στο ισόγειο της πολυκατοικίας της Ελένης, τέσσερις γυναίκες καθισμένες γύρω από μια τάβλα. Καφέδες, βουτήματα, κεντήματα αλλά κυρίως – λόγια, γέλια ως αργά. Η κυρά Ανθή, η πιο μεγάλη, μίλαγε για τα χρόνια που όλοι έμεναν σε αυλές και οι πόρτες έμεναν ανοιχτές. Η κυρία Δώρα έλεγε τα βάσανά της με τους γιους της που δεν της δίνουν σημασία. Ανακούφιση με πλημμύρισε – δεν ήμουν μόνη μου.

Ένα βράδυ, όπως άκουγα τη βροχή στο τζάμι, ένα μήνυμα χτύπησε στο κινητό. Ήταν ο Σταύρος. «Μαμά, συγγνώμη που είμαι εξαφανισμένος. Έχω πολλά στο κεφάλι μου. Σ’αγαπάω. Θέλεις το Σάββατο παρέα;» Και ξαφνικά η καρδιά μου μίλησε πιο δυνατά απ’ το παράπονο. Ένιωσα ότι είχα ακόμα πολλά να ζήσω, πολλά να πω – αρκεί να το επιδιώξω. Όταν ήρθε το Σάββατο, δεν έκρυψα τα συναισθήματά μου από τον Σταύρο. Του μίλησα για τα χρόνια που πέρασαν, για το πόσο μου λείπουν όλοι, ακόμη κι αν οι εποχές αλλάζουν.

– Μαμά, δεν φανταζόμουν… Πίστευα ότι είσαι δυνατή, ότι τα έχεις όλα υπό έλεγχο.

– Δεν αρκεί να τα έχουμε όλα τακτοποιημένα. Η καρδιά θέλει τους ανθρώπους της, αγόρι μου.

Με αγκάλιασε σφιχτά, όπως τότε που ήταν μικρός. Κι όταν έφυγε το βράδυ, έμεινα για πρώτη φορά μετά από καιρό με ένα χαμόγελο. Ήρθαν μετά και τα εγγόνια για λίγο, έπαιξαν, έκαναν φασαρία, άφησαν παιχνίδια στις γωνίες. Δεν κράτησαν πολύ, αλλά η ψυχή μου γέμισε όπως παλιά.

Η οικογένεια μπορεί να σε πονέσει όσο και να σε γιατρέψει. Σε τι αξίζει να στηρίζουμε τη ζωή μας τελικά; Στην αγάπη των άλλων, στη δική μας δύναμη ή λίγο κι από τα δύο; Θα ήθελα να ακούσω τις δικές σας ιστορίες…