Η πρώτη νύχτα της κόρης μου ήταν και η τελευταία της – αγώνας για την αλήθεια
«Μαμά… Τι συνέβη στην Ελένη; Γιατί δεν της μιλάει πια κανείς;» Η φωνή της αδερφής της Ειρήνης τρεμόπαιζε, αναζητώντας μια εξήγηση. Δεν είχα καμία να της προσφέρω. Μόνο τα κλάματα, μόνο ήχοι αναστεναγμού και στεναγμός πόνου με συνόδευαν κάθε φορά που το σπίτι γέμιζε σιωπή. Το τηλέφωνο χτύπησε εκείνο το πρωινό μες στο βαθύ χάραμα, γύρω στις 5. Ένας κρύος ιδρώτας διαπότισε το κορμί μου και, προτού ακόμα απαντήσω, ήξερα πως τίποτα δεν θα ήταν ποτέ πια το ίδιο.
«Η κυρία Καλλιόπη Τσιτσιρίκου;»
Σπρώχνοντας τις κουβέρτες, με καρδιά που πήγαινε να σπάσει, απάντησα. «Ναι;»
Η φωνή ανήκε στον πατέρα του νέου γαμπρού, του Παναγιώτη. Ήταν συντετριμμένη. «Έλα… Η Ελένη… δεν… δεν ανασαίνει. Κάλεσαν το ΕΚΑΒ. Δεν ξέρω τι να κάνω…»
Αν και ένιωσα πως ο κόσμος άνοιξε κάτω από τα πόδια μου, τρόμαξα που καθόλου δεν θρηνούσε. Άκουσα περισσότερη απόγνωση, λιγότερη θλίψη. Την ίδια στιγμή, η διαίσθησή μου φώναζε, ό,τι κάτι δεν πάει καλά.
Στο νοσοκομείο, τα πάντα ήταν θολά. Η ματιά του Παναγιώτη χαμηλωμένη, οι ματιές των γιατρών σβηστές, υπεκφυγές στα χείλη όλων. «Σταμάτησε η καρδιά. Αυτό είπαν. Ίσως κάποιο πρόβλημα που δεν γνώριζε.», επαναλάμβανε η κουνιάδα της με την ίδια απάθεια. Η Ελένη ήταν υγιέστατη, έτοιμη να ξεκινήσει μια ζωή γεμάτη αγάπη – ή έτσι νόμιζα.
Άκουσα τη φήμη να απλώνεται ψιθυριστά, σαν θρηνητικό ψαλμό: «Μήπως η Καλλιόπη θέλει να πιστεύει πως ήταν ατύχημα; Μήπως αγνοεί αυτά που ξέρει όλο το χωριό;» Μα τι; Ποια μυστικά φυλάνε για μένα; Ένιωσα τα σαγόνια μου να σφίγγουν. Η Ελένη μου ποτέ δεν υπέφερε, ποτέ δεν μου είχε εκμυστηρευτεί τίποτα.
Τα πήρα όλα στα χέρια μου. Ζήτησα δεύτερη νεκροψία. «Κυρία μου, τ’ αποτελέσματα είναι ξεκάθαρα», επέμειναν οι γιατροί με τη συνοφρυωμένη τους αυστηρότητα. «Δεν γίνεται κανείς να αμφισβητεί έτσι επίσημο πόρισμα.» Συνάντησα το βλέμμα της αδελφής μου, της Θωμαΐδας, που επί χρόνια έκρυβε δυσαρέσκεια γιατί εγώ ήμουν το αγαπημένο παιδί της μητέρας μας. «Το παιδί το ‘χασες. Μη γυρεύεις εχθρούς εκεί που δεν υπάρχουν.» Όμως άκουσα και ψίθυρους: «Μην πολυεμπιστεύεσαι τη μάνα του Παναγιώτη, όλοι ξέρουν τι μπορεί να κάνει…».
Το βράδυ στο πατρικό μου έψαχνα απαντήσεις στα άδεια δωμάτια. Η Ειρήνη με ρώτησε «Μήπως ήξερε κάτι η Ελένη και δεν το είπε;» Έφερα στο μυαλό μου το σκοτεινό κουτί που μου είχε εμπιστευτεί η κόρη μου πριν από χρόνια, πριν καν γνωρίσει τον Παναγιώτη. «Μην το ανοίξεις παρά μόνο αν σου πω να το κάνεις, μαμά». Δεν μου το είπε ποτέ. Εκείνο το βράδυ λύγισα. Το κοριτσάκι μου χανόταν πάντα μέσα στον εαυτό της, μα νόμιζα πως ήταν μόνο δειλή… Τώρα κατάλαβα πως ήταν φοβισμένη.
Στην κηδεία όλοι έπαιζαν ρόλους· δάκρυα που δεν κύλησαν, αγκαλιές ψυχρές. Ο Παναγιώτης πλησίασε αμέσως μετά την ταφή. «Δεν ήθελα να γίνει έτσι… δεν ήξερα πως –» Σταμάτησε, με κοίταξε με τρόμο. «Δεν εγίνα απολύτως τίποτα, λες; Έτσι δεν λες σε όλους;», του αντέταξα με φωνή που μ’ έπνιγε.
Ο αδερφός του Παναγιώτη έψαξε να με βρει την ίδια νύχτα. Ήρθε στο σπίτι μας μυστικά. «Μη με ρωτήσει ποτέ για το τι συνέβη την πρώτη νύχτα», μου ψιθύρισε. «Η μάνα του Παναγιώτη έδωσε κάτι στην Ελένη. Ένα βότανο, δήθεν να «ηρεμήσει» από το στρες…» Η καρδιά μου κομματιάστηκε. «Γι’ αυτό και τόσο βιαστική η πρώτη νεκροψία;» Δεν απάντησε. Έφυγε βιαστικά.
Η επιμονή μου αγνοήθηκε απ’ όλους. Ο θετός πατέρας της Ελένης, ο Ανδρέας, μού αρνήθηκε στήριξη: «Δεν θέλω σκοτούρες. Η μικρή μας πέθανε, να φύγει η ψυχή της ήρεμη.» Η πεθερά του Παναγιώτη, σκληρή και αγέρωχη, στάθηκε απέναντί μου στο γραφείο του δικηγόρου. «Ό,τι και να πεις, δεν θα αλλάξει τίποτα. Η ζωή προχωράει. Ελένη ήταν αδύναμη, πάντα υπήρξε. Το παιδί μου δεν φταίει!» Εκεί κατάλαβα πως ο κύκλος της σιωπής είχε κλείσει.
Στο μυαλό μου ήρθαν οι στιγμές που έψαχνα την Ελένη μέσα σε χαμογελαστά καλοκαίρια: τα μπάνια στη Νέα Μάκρη, τα ταξίδια στον Πειραιά, τις Κυριακές της λειτουργίας με τη γιαγιά, έπλεκα τα μαλλιά της κι εκείνη μου μιλούσε για όνειρα, μυρωδιές γιασεμιού και αγάπες αιώνιες. Πώς έφτασαν έτσι όλα; Ποια μητέρα αφήνει τέτοια πράγματα να συμβαίνουν μπροστά στα μάτια της;
Τελευταία επίσκεψή μου στο σπίτι του Παναγιώτη ήταν και η τελευταία μου ελπίδα. Στο τραπέζι του σαλονιού βρήκα ένα χαρτί πεταμένο: «Να φεύγω πριν η μάνα του μάθει ότι ξέρω. Φοβάμαι. Μαμά, αν με βρεις, πάλεψε.» Το γράμμα της Ελένης. Κανείς δεν το είδε, ή μάλλον κανείς δεν ήθελε να το βρει.
Τελικά η δεύτερη ιατροδικαστική εξέταση έγινε μυστικά και τα αποτελέσματα με διέλυσαν: εντοπίστηκε ουσία, άγνωστη, στο σώμα της. Όχι φυσιολογικό θάνατο. Η δική μου Ελένη δεν έφυγε από αδυναμία.
Τώρα γράφω αυτές τις γραμμές και η ψυχή μου καίγεται από πόνο και οργή. Έχασα όλα όσα ήξερα, μα έβγαλα στο φως την αλήθεια. Ίσως πληρώσω ακριβά το τίμημα, όμως καμία μητέρα δεν πρέπει να φοβάται να παλέψει για το παιδί της. Εσείς στη θέση μου, θα σταματούσατε ποτέ; Ή θα συνεχίζατε τον αγώνα ακόμη και αν όλο το χωριό σας γύριζε την πλάτη;
«Άραγε, πόσες μανάδες σιωπούν από φόβο ή ντροπή; Κανείς δεν ξέρει το μέγεθος της αγάπης πριν τον πόνο… Εσείς, τι θα διαλέγατε;»