«Μαμά, γιατί κανείς δεν σε βλέπει;» — Όταν άκουσα μια κουβέντα στο λεωφορείο και ράγισε όλη μου η ζωή
«Μην κάνεις έτσι, κυρία… Όλες οι μανάδες τα ίδια κάνουν. Δεν είναι και κατόρθωμα». Η φωνή στο λεωφορείο με χτύπησε σαν ρεύμα. Είχα σταθεί δίπλα στην πόρτα, κρατώντας μια σακούλα με μακαρόνια και ένα βιβλίο του μικρού μου, του Νικόλα. Δεν ήθελα να ακούω, αλλά τα αυτιά μου άνοιξαν μόνα τους. «Ε, ναι… αυτές είναι στο σπίτι, τι να κουράζονται;» είπε μια άλλη. Και τότε ένιωσα σαν να μην υπήρχα. Σαν να ήμουν μόνο μια σκιά που κουβαλάει τσάντες.
Με λένε Άννα. Και πριν έναν χρόνο ο Στέλιος μάζεψε δύο μπλουζάκια, πήρε τον φορτιστή του και είπε: «Δεν αντέχω άλλο. Πνίγομαι». Στο κατώφλι, ο Νικόλας τον ρώτησε ψιθυριστά: «Μπαμπά, θα γυρίσεις;» κι εκείνος απέφυγε το βλέμμα του. Εγώ δεν έκλαψα τότε. Μόνο μάζεψα τα πιάτα, σαν να ήταν το πιο φυσιολογικό πράγμα στον κόσμο να μένεις μισή.
Από εκείνη τη μέρα έγινα η γυναίκα που “τα καταφέρνει”. Δουλειά πρωί σε ένα φροντιστήριο ως γραμματεία, το απόγευμα ιδιαίτερα σε παιδιά της γειτονιάς για να βγαίνει το νοίκι, και το βράδυ λογαριασμοί. Η ΔΕΗ σαν απειλή πάνω στο τραπέζι. Η κάρτα να χτυπάει «ανεπαρκές υπόλοιπο». Και η μάνα μου, η κυρία Ελένη, να μου λέει κάθε Κυριακή: «Να το βουλώσεις και να προχωράς. Εσύ διάλεξες τον άντρα σου».
«Μαμά, δεν διάλεξα να με αφήσει». της είπα μια φορά.
«Μην παριστάνεις το θύμα, Άννα. Ο κόσμος έχει χειρότερα».
Στο σπίτι, ο Νικόλας με κοιτούσε σαν να ήμουν το μόνο σταθερό πράγμα στο σύμπαν του. Κι εγώ έπρεπε να είμαι βράχος, ενώ μέσα μου ήμουν άμμος. Κάθε μέρα έλεγα “όλα καλά” και κάθε νύχτα έσφιγγα τα δόντια για να μη με ακούσει να κλαίω.
Στο λεωφορείο, μετά από εκείνη τη κουβέντα, τα χέρια μου άρχισαν να τρέμουν. «Όλες οι μανάδες τα ίδια κάνουν». Δηλαδή εγώ τι είμαι; Μια λειτουργία; Ένα αυτόματο πρόγραμμα; Ένιωσα την ανάγκη να φωνάξω: “Ξέρετε πόσες φορές έμεινα νηστική για να φάει το παιδί μου; Ξέρετε πόσες φορές μίλησα γλυκά ενώ μέσα μου έβραζα;”
Κατέβηκα δύο στάσεις πριν. Περπάτησα ως το σπίτι με το κεφάλι γεμάτο. Μπήκα μέσα και είδα στο τραπέζι ένα χαρτί: ο Νικόλας είχε γράψει με στραβά γράμματα «Η μαμά μου είναι ηρωίδα». Ένιωσα να μου κόβονται τα πόδια. Εκεί, στην ησυχία, κατάλαβα ότι τόσον καιρό περίμενα να με “δει” ο κόσμος, ο Στέλιος, η μάνα μου, οι γείτονες. Και δεν είχα δει εγώ εμένα.
Το βράδυ πήρα τηλέφωνο τον Στέλιο. «Θέλω να μιλήσουμε για τον Νικόλα. Όχι για μας».
«Τι έγινε;» είπε απότομα.
«Έγινα αόρατη και κουράστηκα. Θα αναλάβεις τις ευθύνες σου. Και εγώ… θα σταματήσω να ζητάω άδεια για να υπάρχω».
Σιωπή. Μετά ένα ξερό: «Εντάξει».
Την επόμενη μέρα είπα στη μάνα μου: «Δεν θα έρθω Κυριακή αν είναι να με μαλώνεις. Χρειάζομαι στήριξη, όχι τιμωρία».
«Ποια νομίζεις ότι είσαι;»
«Είμαι η κόρη σου. Και είμαι κουρασμένη».
Δεν άλλαξε η ζωή μου μαγικά. Τα λεφτά ακόμα δεν φτάνουν πάντα. Αλλά έγραψα σε ένα χαρτί όλα όσα κάνω μέσα σε μια μέρα και το κόλλησα στο ψυγείο. Όχι για να με χειροκροτήσει κανείς. Για να το βλέπω εγώ. Και όταν ο Νικόλας με αγκαλιάζει, δεν σκέφτομαι πια “δεν είναι κατόρθωμα”. Σκέφτομαι: “είναι αγώνας”.
Κι εσείς… πόσες φορές κάνατε τα πάντα και σας είπαν ότι “δεν είναι τίποτα”; Πότε ήταν η τελευταία φορά που είδατε πραγματικά τον εαυτό σας;