«Αν εγώ θέλω, θα τον πετάξω έξω και δε θα ξαναμπεί ποτέ στο σπίτι» – Μια ιστορία για τη γιαγιά μου, τον αρραβωνιαστικό μου και το δικαίωμα στην ευτυχία
«Αν εγώ θέλω, θα τον πετάξω έξω και δε θα ξαναμπεί ποτέ στο σπίτι, να το θυμάσαι Ελένη», φώναξε η γιαγιά μου και έκλεισε πίσω της δυνατά την πόρτα της κουζίνας. Άκουγα το ξερό βήξιμό της, το τρεμάμενο βήμα της στο διάδρομο, και ένιωθα την καυτή ανατριχίλα στο σβέρκο μου. Η καρδιά μου πήγαινε να σπάσει από τα νεύρα και την αγανάκτηση. Για άλλη μια φορά, κάθε προσπάθειά μου να βρούμε μια κοινή γλώσσα για τον Νίκο, τον αρραβωνιαστικό μου, έβρισκε τοίχο. Δεν ήθελε να τον αποκαλεί ούτε με το όνομα του και, με κάθε ευκαιρία, τον προσφωνούσε ‘ο δικός σου’, ή ‘αυτός που έφερες στην οικογένεια’.
Έτριψα τα μάτια μου να διώξω την αλμύρα των δακρύων. Μετά από τρία χρόνια σχέσης – και πέντε μήνες αρραβώνα – δεν έχει περάσει ούτε μήνας που να μην έπεσα στα γόνατα μπροστά της, να ικετεύω για λίγη καλοσύνη, για ένα ζεστό «καλώς ήρθες», για ένα λιγότερο κρύο βλέμμα στο τραπέζι. Ο παππούς μου δεν μιλάει πια πολύ, τα χρόνια τον λύγισαν, και η μαμά λερώνει τα χέρια της στην κουζίνα, σιωπηλή, με ένα βλέμμα χαμένο στο ταβάνι, λες και ντρέπεται που δεν καταφέρνει να συμφιλιώσει μητέρα και κόρη.
«Βρε αγάπη μου, γιατί να το κάνει αυτό η γιαγιά σου; Δεν της έκανα ποτέ τίποτα», με ρωτάει συχνά ο Νίκος, αφού φεύγουμε κάθε Κυριακή από το οικογενειακό τραπέζι. Τον βλέπω να κάνει προσπάθεια να πνίξει την απογοήτευσή του μέσα στο χαμόγελο. Και κάθε φορά πονάω πιο πολύ για αυτόν, για εμένα, για εμάς. Δεν ξέρω πια αν μπορεί να αλλάξει τίποτα.
Η γιαγιά μου, η Σταυρούλα, ήρθε πρόσφυγας μικρό κορίτσι από τη Μικρά Ασία. Είναι σκυλίσια πεισματάρα, πιστή ως το τέλος στις παραδόσεις και, από όλες τις αξίες, μόνο τις παλιές θεωρεί ιερές. «Οι δικοί μας, με τους δικούς μας παιδί μου – δεν κάνουμε μπασακιά ούτε στα σπίτια ούτε στις ζωές των άλλων», μου έλεγε από μικρή. Όμως τώρα που εγώ αγαπάω έναν άνθρωπο που δεν τον εγκρίνει εκείνη, αυτά τα λόγια μου ακούγονται σαν αλυσίδες.
Τη μέρα που γνώρισα τον Νίκο, ήξερα πως δεν υπήρχε γυρισμός. Τον ερωτεύτηκα με το πείσμα του και τη γλυκύτητα μαζί, με τον τρόπο που μιλούσε για τη μάνα του και τον πατέρα του, για χωράφια και χώματα, για τα καλοκαίρια στην Αντίπαρο. Και ήξερα πως όταν θα πήγαινα πρώτη φορά στο σπίτι με αυτόν, θα είχα πόλεμο. Όμως ποτέ δεν φαντάστηκα τέτοια πίκρα, ούτε τα αγκάθια που θα μάζευαν οι ώμοι μου.
Στην αρχή νόμιζα πως ήταν αστείο. Η γιαγιά καθόταν στο τραπέζι απέναντί του, δεν του μίλαγε, μόνο ρουφούσε το τσάι της (ένα φλιτζάνι πάει κι έρχεται πάντα μπροστά της). Του έστελνε βλέμματα που έκαιγαν σαν αναμμένα κάρβουνα. Και ανής η μαμά τολμούσε να τον ρωτήσει αν θέλει κι άλλο φαγητό, η γιαγιά αναστέναζε βαριά, σαν να θαφτόταν κάτι πολύτιμο για πάντα.
«Γιαγιά, ο Νίκος…» πήγαινα να ξεκινήσω.
«Ο δικός σου; Θες να με διορθώσεις κιόλας;» Ψηφίζει το κουτάλι στο τραπέζι και κούναγε το κεφάλι της σ’ εκείνο το στυλ που μόνο οι Μικρασιάτισσες ξέρουν, όχι με θυμό αλλά με πίκρα που σε τρυπάει πιο βαθιά.
«Μάτια μου, δεν καταλαβαίνεις – αν φύγει η γιαγιά από το σπίτι λόγω αυτού, ποιος θα το αντέξει; Εσύ;», μου είπε μια βραδιά η μητέρα μου, μυρίζοντας το βράδυ σκορδάκι και βασιλικό από το χέρι της. «Ξέρω πόσο πονάς. Μα κοίτα και την κατάσταση. Δυο σπίτια, δυο καρδιές…»
Είναι ανατριχιαστικό το δίλημμα: Να μείνω πιστή στην οικογενειακή ιεραρχία ή να επιλέξω τον νικητή της δικής μου καρδιάς; Αρχίζω να χάνω τον εαυτό μου.
Ένα βράδυ – από εκείνα που ο αέρας της Αθήνας είναι πηχτός και τα τζάμια ιδρώνουν – γύρισα σπίτι και τον βρήκα να κάθεται στο παγκάκι της πολυκατοικίας. Δεν έπιανε το τηλέφωνό μου. Τα μάτια του κατακόκκινα.
«Η γιαγιά σου με είπε τεμπέλη. Είπε ότι αν ήσουν σωστή, θα έβρισκες άλλον, με καλύτερη οικογένεια, πιο κοντά στα δικά σας. Σε παρακαλώ, Ελένη… πες μου, να τα παρατήσουμε ή να το παλέψουμε μέχρι τέλους;»
Έκλαιγα στο δρόμο μέχρι το σπίτι, έκλαιγα στα χέρια της μαμάς. Η γιαγιά έκανε πως δεν βλέπει. Το σώμα μου έγινε χαλί, τα συναισθήματά μου ανακατώστρα. Κάποιες νύχτες ήθελα να ουρλιάξω πως το σπίτι δεν είναι τούβλα και μνήμη, μα ό,τι αγαπάς μέσα του. Μα ποιος με άκουγε;
Κάθε Πάσχα, κάθε Χριστούγεννα, κάθε οικογενειακή γιορτή, η ίδια σκηνή. Οι θείες να ψιθυρίζουν, τα ξαδέρφια να στραβοκοιτάζουν τον Νίκο, εγώ να λιώνω κάτω από τα βλέμματα. Η γιαγιά αλύγιστη, μια άλλη εποχή.
«Ή θα διαλέξεις εμάς, ή αυτόν – δεν έχει και τα δύο Ελένη», είπε μια Κυριακή, όταν μαζέψαμε το τραπέζι και ήμασταν μόνο οι δυο μας στην αυλή.
«Γιαγιά… αν με αγαπάς, αγάπησέ τον κι εσύ. Δεν σου ζητάω τίποτα άλλο.» Το πρόσωπό της σάστισε, τα μάτια της για λίγο έλαμψαν υγρά. Δεν είπε τίποτα, μπήκε μέσα και με άφησε έξω να κρατάω το κεφάλι μου ανάμεσα στα χέρια.
Η διαμάχη συνεχίζεται. Θέλω να φωνάξω, να τρέξω, να φύγω – να ρωτήσω όσους πέρασαν το ίδιο: Ποια πλευρά να διαλέξω; Ξέρω καλά ότι όλοι θέλουμε ένα κομμάτι αγάπης στην οικογένεια, ένα στήριγμα. Μα πόσο πληγώνει το να είσαι το ρήγμα και όχι το στήριγμα;
Κάθομαι κάθε νύχτα, κοιτάζω στα σκοτεινά το ταβάνι και σκέφτομαι: Χωράει η ευτυχία μου σε αυτό το σπίτι ή πρέπει να τη χτίσω αλλού; Πείτε μου εσείς… Πώς συμφιλιώνεται κανείς με το παρελθόν χωρίς να θυσιάσει το μέλλον του;