«Δεν είμαι χαζή» της είπα μέσα στο σούπερ μάρκετ — και μετά ήθελα να ανοίξει η γη να με καταπιεί

«Αφήστε το, κυρία μου, δεν μπορείτε, θα σας το κάνω εγώ», μου είπε η κοπέλα στο ταμείο μπροστά σε ουρά και κόσμο. Και δεν ξέρω τι με πείραξε περισσότερο. Ο τρόπος που το είπε ή το ότι για δύο δευτερόλεπτα πίστεψα κι εγώ ότι όντως δεν μπορούσα.

Ήμουν σε ένα σούπερ μάρκετ της γειτονιάς, από αυτά που πάμε όλοι για τα βασικά. Είχα βγει μόνη μου μετά από καιρό. Τον τελευταίο μήνα με πιέζουν όλοι στο σπίτι να μην κάνω δουλειές μόνη. Ο άντρας μου λέει «κάτσε λίγο να συνέλθεις», η κόρη μου «να σου τα φέρνω εγώ από το efood market ή από το σούπερ μάρκετ», ο γιος μου με παίρνει τηλέφωνο και με ρωτάει αν χρειάζομαι τίποτα λες και είμαι δεκαπέντε ή ογδόντα πέντε. Εγώ δεν είμαι ούτε το ένα ούτε το άλλο. Είμαι μια γυναίκα που μέχρι πριν λίγο καιρό δούλευε κανονικά, έτρεχε σπίτι, λογαριασμούς, γιατρούς, τα πάντα.

Ναι, έκανα ένα χειρουργείο πριν λίγους μήνες. Ναι, από τότε δεν είμαι όπως ήμουν. Κουράζομαι πιο εύκολα, καμιά φορά μπερδεύομαι, ειδικά αν έχει φασαρία ή αν με πιέζουν. Και ναι, έχω αφήσει δυο φορές την κάρτα στο ΑΤΜ και μία φορά πλήρωσα λογαριασμό δύο φορές στο e-banking. Δεν τα λέω για να με λυπηθείτε. Τα λέω γιατί αυτά έχουν γίνει σημαία μέσα στο σπίτι.

Η αλήθεια είναι ότι κι εγώ έκρυψα πράγματα. Δεν τους είπα ότι μερικές φορές, όταν μπαίνω σε πολύ φωτεινό χώρο ή όταν έχει πολύ κόσμο, νιώθω σαν να αδειάζει το κεφάλι μου. Ο νευρολόγος στο δημόσιο νοσοκομείο μου είπε ότι θέλει χρόνο και ξεκούραση, όχι πανικό. Εγώ άκουσα μόνο το «θέλει χρόνο» και έκανα ότι είμαι μια χαρά. Γιατί αν έλεγα όλη την αλήθεια, θα μου έπαιρναν και τα τελευταία πράγματα που κάνω μόνη μου.

Εκείνη τη μέρα είχα πάει να πάρω λίγα πράγματα. Γάλα, ψωμί του τοστ, χαρτιά κουζίνας, κάτι φρούτα. Στο ταμείο, όταν ήρθε η ώρα να πληρώσω, μπερδεύτηκα. Έβαζα την κάρτα ανάποδα. Μετά πήγα να πληκτρολογήσω το pin και πάτησα λάθος. Μία, δύο. Πίσω μου άρχισαν τα γνωστά ξεφυσήματα. Μια κυρία είπε σιγανά αλλά να ακούγεται, «αχ Παναγία μου, όποτε βιαζόμαστε…».

Η ταμίας τότε άπλωσε το χέρι και μου είπε αυτό το «δεν μπορείτε». Και κάτι έσπασε μέσα μου.

Της είπα πιο δυνατά απ’ όσο έπρεπε: «Δεν είμαι χαζή. Μπορώ να πληρώσω μόνη μου».

Πάγωσαν όλοι. Η κοπέλα κοκκίνισε και μου είπε, «δεν το είπα έτσι, να βοηθήσω ήθελα». Εγώ όμως είχα ήδη ανάψει. Της είπα «όλοι να βοηθήσετε θέλετε, μέχρι να με κάνετε άχρηστη». Και τότε έγινε το χειρότερο. Άνοιξα το πορτοφόλι να βγάλω μετρητά και μου έπεσαν κάτω κέρματα, αποδείξεις, η κάρτα του φαρμακείου, ένα χαρτάκι με το pin που το είχα γράψει γιατί φοβόμουν μην το ξεχάσω.

Το είδε η κοπέλα. Το είδε κι ο κόσμος. Εκεί ήθελα να πεθάνω από τη ντροπή μου.

Μια άλλη πελάτισσα έσκυψε να με βοηθήσει και μου είπε ήρεμα «ελάτε, σιγά σιγά». Αυτό το «σιγά σιγά» με αποτελείωσε πιο πολύ κι από το άλλο. Μάζεψα όπως όπως τα πράγματα, πλήρωσα τελικά και βγήκα έξω με τα μάτια γεμάτα.

Δεν πήγα σπίτι κατευθείαν. Κάθισα σε ένα παγκάκι λίγο πιο κάτω και πήρα τηλέφωνο την αδερφή μου. Της είπα κλαίγοντας «τελείωσα, από δω και πέρα θα με κοιτάνε όλοι σαν ανίκανη». Και εκείνη μου είπε κάτι που με νευρίασε τότε αλλά μετά το σκέφτηκα. «Μπορεί να σε κοίταξαν έτσι γιατί κι εσύ δεν λες την αλήθεια. Άλλο να θες σεβασμό κι άλλο να κάνεις ότι δεν έχεις δυσκολία».

Όταν γύρισα σπίτι, ο άντρας μου κατάλαβε αμέσως ότι κάτι έγινε. Δεν ξέρω πώς, ίσως από το πρόσωπό μου. Του τα είπα μισά στην αρχή. Μετά ολόκληρα. Και για το χαρτάκι με το pin και για τις φορές που μπερδεύομαι πιο πολύ απ’ όσο τους έχω πει.

Δεν θύμωσε όπως περίμενα. Μόνο κάθισε απέναντί μου και είπε, «δεν θέλω να σε κάνω παιδί. Αλλά κι εσύ με αφήνεις να νομίζω ότι όλα είναι υπό έλεγχο, ενώ δεν είναι». Μετά μπήκε και η κόρη μου στη συζήτηση, γιατί μένει κοντά και είχε έρθει να μας φέρει κάτι. Εκεί έγινε η άλλη ένταση. Εκείνη είπε αμέσως «ωραία, τέλος, δεν ξαναβγαίνεις μόνη για ψώνια». Εγώ σηκώθηκα και της είπα «βλέπεις; αυτό φοβόμουν, όχι το ταμείο».

Η κόρη μου τα πήρε. «Κι εγώ τι να κάνω; Να περιμένω να σε πάρουν από κανένα δρόμο τηλέφωνο; Όταν ξέχασες την κατσαρόλα ανοιχτή, δεν ήταν τίποτα; Όταν πήγες να πληρώσεις με την κάρτα υγείας αντί για τη χρεωστική, πάλι υπερβάλλαμε;»

Αυτά δεν τα ήξερε ο άντρας μου. Τα είχε δει εκείνη και δεν μου το είπε μπροστά του για να μην με εκθέσει. Εκεί κατάλαβα ότι κι εγώ έχω φτιάξει μια μισή εικόνα για όλους. Στη μία έπαιζα τη δυνατή, στην άλλη ζητούσα βοήθεια κρυφά, και μετά θύμωνα που με πρόσεχαν λες και είμαι εύθραυστη.

Δεν λέω ότι είχαν δίκιο σε όλα. Υπάρχει τρόπος να βοηθήσεις χωρίς να μιλάς στον άλλον σαν να έχει τελειώσει. Υπάρχει τρόπος να περιμένεις λίγο χωρίς να ξεφυσάς. Υπάρχει τρόπος να ρωτήσεις «θέλετε βοήθεια;» αντί να αποφασίζεις ότι ο άλλος δεν μπορεί.

Αλλά υπάρχει και η δική μου πλευρά, που δεν μου αρέσει καθόλου να τη βλέπω. Ότι έχω δεθεί τόσο με το να τα κάνω όλα μόνη μου, που προτιμώ να εκτίθεμαι, να κινδυνεύω και να θυμώνω, παρά να πω καθαρά «ναι, δυσκολεύομαι εδώ».

Τελικά συμφωνήσαμε κάτι ενδιάμεσο. Όχι να με κλείσουν σπίτι, αλλά ούτε να κάνω πως δεν συμβαίνει τίποτα. Να βγαίνω, αλλά για λίγο και οργανωμένα. Να μην κουβαλάω πολλά, να μη χρησιμοποιώ χαρτάκια με pin, να πω στον γιατρό ακριβώς τι μου συμβαίνει και όχι τα μισά. Και ίσως, αν δω ότι κολλάω, να ζητάω πρώτη εγώ βοήθεια πριν φτάσω να σπάσω μπροστά σε αγνώστους.

Ακόμα όμως μέσα μου βράζω με εκείνο το «δεν μπορείτε». Μπορεί να ειπώθηκε βιαστικά, μπορεί και χωρίς κακία. Αλλά όταν ήδη παλεύεις να μη νιώθεις βάρος, τέτοιες κουβέντες κάθονται πολύ βαθιά.

Εσείς τι λέτε; Όταν ένας άνθρωπος αρχίζει να μην τα καταφέρνει όπως πριν, αυτό σημαίνει ότι πρέπει να του παίρνεις τον έλεγχο από τα χέρια ή ότι χρειάζεται απλώς λίγος περισσότερος σεβασμός και υπομονή;